Νομίζω πρέπει να το έπαθα την Παρασκευή. Όπως εφκήκα έξω βραστη στην κρυάδα, στην πραγματική κρυάδα, σαννα εσφίχτηκα για να βράσω τζιαι ένιωσα κάτι στον ώμον μου.
Εφτασα στο μπάρ, τζιαι επειδή είχαν περάσει οι 3 μήνες που χρειάζουνται για ξιχάσω το αφου-σε-πίνει-τι-το-πίνεις ήπια 4 πότα τζιαι έκαμα κκεφιν. Εξυπνησα την επομένη με πονοτζιέφαλο τζιαι ενα πιάσιμο πουτζεινα τα δυνάμενα «χαχαχα –μεν με κάμνεις να γελώ ΑΟΥ».
Μπορώ μόνο να είμαι ππέσωντας. Αλλά τουλάχιστον θωρώ έργα. Σε κάποια φάση θα μαειρέψω. Σκέφτουμαι με ποιόν τρόπον να πουλήσω του Σιάολου πιζέλιν με τον κειμάν που το επεθύμησα αλλά εν του αρέσκει. Νομίζω δηλαδή. Κάμνω μες τον νου μου το σχέδιον πως θα μαειρέψω δίχως να ταράξω πολλά.
Στο οριζόντιον εκατάλαβα οτι θέλω λλίην ομορκιάν. Μιαν ωραίαν φωτογραφία, εναν ωράιο πίνακα, εναν χορόν, κάτι. Αλλά θέλω να την κάμω μόνη μου. Αλώπως εννα φκάλω καμιάν φωτογραφίαν σαν πηέννω σιγά σιγά στικαπμάηας στο μασάζ που μου έγραψεν η γιατρός μου στα πλάισια του φεστιβάλ οι-εν-σου-διω μάσσολ-ριλάξαντ-που-να-φακκάς-χαμέ.
Αυτά. Πέρκει να ενόμισες ότι είχα τίποτες ουσιώδης να πώ.sigh