Ακολουθεί γλυκόπικρη –η γλίκοξινη αν θέλεις- απογραφή της ματαβαβυλώνιας καθόδου είς γήν εναλίαν Σάιπρους, έταξα σου την ντήαρ ανάγνωστερ.
Γλυτζιά μέλιν
Γλυτζίν μέλιν ήταν το ταξίδιν στο χωρκόν, κοντά στα βουνά της Παπούτσας στην Πιτσιλλιάν. Πέρσι έτσι τζιαιρόν έκοφκα κκεράζια, φέτη τα κκεράζια ήταν όψιμα, αλλά η αρκοτριανταφυλλιές ήταν ολόαθθες.
Επίσης μέλιν ήταν τζιαι η σουβλούα του θκειού μου.
Ο homo pitsillus γνωστός για την ευρηματικότηταν του σας παρουσιάζει τον Chucky τον προστάτην της ελιάς τζιαι τον φόν του στρούθου.
Συνθέση με αρκοτριανταφυλλιάν τζιαι μαυράσιερον. Το μαυράσιερον εν το λιλά... επήεννεν του πιο ωράιον όνομαν. Οι πέτε μου, εννεν τέλεια η φύση;
Το λεγόμενον πιφανοκούτσιην. Το πιφανοκούτσιην εν τζιαι ναρκωτικόν, άμμαν το φάν οι αίγιες ζαλίζουνται τζιαι πρέπει, ακούεις τζιαι σύ, να τους κόψεις με μασιέριν το φτίν τους να τρέξει γιαίμαν για να φέρουν τα μίλια τους.
Η μεγαλομήτωρ πουκάς την δόμην στο αμπέλιν, κόφκει κληματόφυλλα για το food trafficking. Τα ίδια κληματόφυλλα εμεταναστευσαν επιτυχώς στην κατάψυξην μου τζιαι περιμένουν να γίνει παιχνίδιν με ρύζιν τζιαι κέιμαν.
Μέλιν ήταν επίσης μερικά εκλεκτά αγαπημένα προσωπα της κατηγορίας chosen family.
Το πιό μέλιν ήταν βέβαια τα φιλούθκια που αντάλλαξα με τα ανίψια μου, που εγίναν κοπέλλες τζιαι λεβέντες ρεσπέκτιβλι, οι πατσαρκές αγάπης τζιαι οικειότητας πας τα κωλομέρκα που αντάλλαξα με ούλλον το σόιν τζιαι παραπάνω που ούλλα, τα φιλουθκια τα σαλιωμένα που τα νέα μωρούθκια των φίλων μου.
Πικρή δάφνην
Πικρή δάφνην ήταν η συνειδητοποιήση οτι μου συμβάιννει τζείνον που οι κοινωνιολόγοι περιγάφουν ως loss of identity αλλά που εγώ προτιμώ να αποκαλώ πολιτισμικό χάσκιασμαν.
Η Κύπρος που άφηκα, εννεν η Κύπρος που βρίσκω. Δαμέσα είμαι ξένη, τζείμεσα επίσης. Μεγάλον παλλούτζιν.
Ήβρα κόσμον που ενδιαφέρεται μόνον για τα καταναλωτικά του. Ήβρα χτιτζοροδάτζινα που την Ισπανίαν. Ήβρα κόσμον αγέλαστον, μούτρον τζιαι αγενέστατον.
Ούλλοι ερώτουσαν με αν είμαι ξένη. Τάχατες επειδή λαλώ ευχαριστω τζιαι παρακαλώ.
Εκατάλαβα οτι αν μπείς μες το περίπτερον χαμογελαστός, ο περιπτεράς εννα σου κολλήσει επείδη παίρνει το για κόλλημαν. Πήπολ! Φέρτε τα μίλια σας!
Έιπα περίπου 18 φορές την ατάκαν, «εν χρειάζουμαι τσένταν, ευχάριστω, τζιαι τες 15 φορές οι περιπτεράδες επιμέναν να την πιάσω για να μεν «κουβαλώ εναν νερόν τζιαι έναν πακκέττον τσιγάρα έτσι». Κόψετε λλίον τες πλαστικούρες σιόρ!
Κόσμος να κλαίεται για την κρίσην, αλλά να γοράζει αυτοκίνητα τανκς, δίχως να ζίει στην Λιβυη. Το σέξενδεσέρε που λαλέι τζιαι ο πρόβρατος έκαμεν μεγάλη ζημιά στην Κύπρο. Εχώ την εντύπωση οτι οι παραπάνω θέλουν να ζιούν το δίκον τους επεισόδιο του σέξενδερέρε. Πολλή χλίδα ρε παιδί μου! Ιντα κουβέντα εν τούτη; Ούλλοι, μα ούλλοι γιούες του Τσιτσίνια τζιαι του Κακαθθίμη;
Εβρέθηκα τζιαι σε συζήτηση «πόσα να του βάλω στον γάμον του;». Συζήτηση τταρίφας κανονικά. Ατοκο δάνειο, επενδύεις για να έρτει τζιαι σειρά σου. Αμμέν θέλεις να παντρευτείς παει η επένδυση σου του κώλου. Στον γάμον που επήα τζιαι έβαλα την ταπεινή μου δωρεά επέριπαίζαν με που έγραψα κάρταν με ολόκληρον κείμενον «πέρκει να νομίζεις οτι εννα την θκιεβάσουν!».
Ειδα τζιαι τες καινούργιες περιπέτειες του Ττόμη του Ββου, του CEO της εκκλησίας που λαλέι τζιαι η Εολικα. Να μαν αννοίξω το χρυσόστομον μου τζιαι να τον πάρει τζιαι να τον σηκώσει.
Τζιαι το πιο ωραίον: κάθουνται τζιαι ανέχουνται τον, τον μακαριότατον. Πήπολ! Λούζ δε χάι πρίστ!
Είδα τζιαι την απεργίαν της ΚΕΟ, τζιαι την «διαδήλωσην» για την κρίση στην πλατείαν ελευθερίας: 15 νοματέοι ούλλοι τζ’ούλλοι.
Άκουσα πολλές πολλές φορές «μεν έρτεις πίσω» τζιαι ακόμα παραπάνω φορές «ιντα έμεινες τζεικάτω, έλα πίσω τζιαι κανέι, σαν την Κύπρον εν έσιει».
Επήα για βουττιν στον Πρωτάρα, είχα να πάω αλόπως 8 χρόνια. Είχα ξιάσει πόσον όμορφες εν οι παράλιες του, τζιαι πόσον έκτρωμαν εν ο ίδιος ο Πρωταράς. Έπια κουβένταν με τον Τάκην τον ομπρέλλαν, Παραλιμνίτη βέρον, τζιαι είπεν μου μια πολλά σοφήν κουβένταν: «κόρη, οι Σκαλιώτες οι Λεμεσιανοί, οι Παφίτες τζι’ εμείς πρέπει να του αφτέννουμεν καντίλιν του Ετζεβίτ τζιαι να τον μακάριζουμεν. Αμμέν εγίνετουν οι εισβόλη είσιεν να πεινούσιν τωρά».
Εσυστήσαν μας τζιαι τον Καρρά για να φάμεν ψάριν. Έφερεν μας χταπόδι ξαναβρασμένον τζιαι επροσπάθαν να μας πείσει οτι «έτσι ενει, πάντα πρέπει να το ψήνεις 2 φορές, τζιαι οτι για να γίνει το χταπόδιν έσει διαδικασίαν μεγάααααλην πολλά, ούυυυυ, εναν μήναν διαδικασίαν!». Είπα του οτι εν εκαρτέρουν να μου φέρει φρέσκον, Ιούνην μήναν, αφου τα χταπόθκια φκάινουν Οχτώβρην, αλλά οι τζιαι ξαναβρασμένον. Θα εμπορούσεν να πεί, ντάξει κορούες, οι μπύρες που λλόου μου, αλλά επέμενεν να μου πουλά παραμύθκια ώσπου τζιαι είπα του οτι ο άντρας μου (μεν φαράσεις ντήαρ ανάγνωστερ, εν επαντρέφτηκα, απλώς εσκέφτηκα οτι αν πώ ο φίλος μου εν θα έσιει τόσον κύρος) εν ψαροτουφεκκάς τζιαι ξέρω καλά τη διαδικασίαν του χταποθκιου.
Τελοσπάντων. Ήταν αφέλεια μου να περιμένω οτι ψαροταβέρνα δίπλα που την θάλασσα εννα μεν σου γελάσει...
Τζιαι αίσιως εφτάσαμεν στο τέλος της γλυκόπικρης απογραφής... σαννα εν παραπανω πικρή ‘ξα φένεσται μού;

