H δευτερη μέρα επέρασεν ωραία, με μπάνια τζιαι βουθκιές στον απίστευτον βυθό με τον συμμαθητήν τζιαι την νέαν του φιλανάδαν. Τζιαι με την έννοιαν του Χριστού, αν θα περάσει, αν θα με δεί, αν θα τον δώ.
Στο κάμπιγκ επικρατούσεν μια μεγάλη ηρεμία, χαραχτηριστική της περιοχής. Για κάποιον λόγον εγώ ήμουν λλίον ανησυχη. Το απόγευμαν σαν εκάθουμουν πας την παραλίαν ήρτεν μια βεδουίνα να πουλήσει βρασιολούθκια. ¨Ηταν μεγάλη σε ηλικία, μπορεί τζιαι 70 τζιαι εκάπνιζεν συνέχειαν κάτω που τον φερετζέν της. Εφόρεν ρούχα μαύρα, όπως ούλλες, τα ρούχα της τζιαι το τσιεμπέριν της ήταν κεντιμένα με φούξια τζιαι κίτρινο σε σταυροβελοννιαν. Ήταν γεμάτη βρασιόλια τζιαι δαχτυλίθκια χρυσα. Την ώραν που εσήκωννεν τον φερετζέν της να καπνίσει είδα το στόμαν της, εν είσιεν τζιαι πολλά δονγκια. Ο Χασάν είπεν μου οτι «τούτη, όπως την θωρεις, έσιει άντραν νέον». Ήταν ακούεις σιηράτη, τζιαι για κάποιαν παράδοσην των βεδουίνων που εν επολλοκατάλαβα, εξαναπαντρέψαν την με έναν νέο, 30 χρόνια πιο μιτσήν της. Νομίζω ότι άμαν μείνει μια γεναίκα σιηράτη πρέπει κάποιος άλλος που την φυλήν να την πάρει, κάτι έτσι ήταν. Ο Χασάν είπεν μάλιστα οτι ήταν πλούσια.
Παρόλον που στην παραλίαν ο κόσμος ήταν ημίγυμνος με τα μαγιώ του εμφάνιζουνταν τζιαι ντόπιοι, όπως τουντην κοτζάκαρην τζιαι έναν άλλον που έρκετουν με τον γύιον του πάς την καμήλαν τζιαι εχρεώναν καμιάν λίρα για να σε πάρουν γυρόν. Ο γυιός του θα ήταν 13 – 14 χρονών, είσιεν το κλασσικόν μουστακουίν-χνούδιν της ηλικιάς. Ηταν κωφάλαλος αλλά εσυνεννοάτουν με καποιου είδους σάιν λανγκουείτζ με τον παπάν του. Ο Χασάν, ειπεν οτι επείδη έχουν πολλούς κωφάλαλους οι Βεδουίνοι ξέρουν ούλλοι σάιν λανγκουέιτζ. Επείδη παίζει πολλή αιμομιξία γεννιουνται πολλά μωρά τυφλά, κωφάλαλα τζιαι με πνευματική καθυστέρησην, αλλα απ’ότι είπεν, εν πλήρως ενταγμένα στο κοινωνικό σύνολο.
Εν πάσει περιπτώση, εγω αντρέπουμουν τους ντόπιους τζιαι εντυνουμουν άμαν τους εθώρουν.
Μόλις άρκεψεν να πέφτει ο ήλιος, τζιαι εγω εσυναα τα πράματα μου που την παραλίαν είδα τον «Χριστόν» να έρκεται κατα πάνω μου με το σσιηλλουιν. Είπεν μου οτι σε λλίον εννα πάει να φάει, τζιαι αν θέλω να φάμεν μαζίν. Ο συμμαθητής επετάχτηκεν οτι εν καλή ιδέα, να φάμεν ούλλοι μαζίν τζιαι εδώκαμεν ραντεβού σε μιαν ώραν στο κέντρον. Παρόλον που ήταν να πάμεν μαζίν ούλλη η παρέα εγω ενιωθα παντες τζιαι είχαμεν ραντεβού, τζιαι εφορησα τζιαι τα καθαρά μου ρούχα για να πάω. Στην αυλήν του κεντρου αρκέψαν να συνάουνται οι πεινασμένοι. Ο «χριστός επρότεινεν να πιάμεν το φαίν μας τζιαι να κάτσουμεν ούλλοι μαζίν στην παραλία να φάμεν, χωρίς τα φώτα που τες λάμπες του κέντρου. Επιάσαμεν το φαίν μας, 2-3 τζερκά τζιαι εστροτζυλοκάτσαμεν στην παραλίαν να φάμεν. Ηταν μια νύχτα γλυτζιά, όμορφη. Ο ουρανός γεμάτος αστέρκα, όπως πάντα στην έρημον, τζιαι εφύσαν εναν δροσερόν αερούιν. Εφάαμεν ούλλοι μαζίν τζιαι ελαλούσαμεν ιστορίες, ο κάθε ένας τα δικά του. Που το κέντρον ακουουνταν οι φωνές του κόσμου τζιαι κάπου κάπου τζιαι μουσικές, πότε μια κιθάρα, πότε εναν τραούδιν που κασεττόφωνον. Ο Χριστός εκάθετουν δίπλα μου τζιαι χωρίς να κάμνει πολλά επρόσεχεν με, να είμαι άνετα, να μεν κρυώσω, ‘ακουεν με με προσοχήν τζιαι εγέλαν με τα αστεία μου. Εγώ αππωμένη, εκρέμμουμουν που πας τα σιείλη του, αλλά επροσπάθουν να μεν το δείξω, ποιός ξέρει γιατί. Τούτη η ηλίθια μανία του να μεν δείξεις του άλλου οτι τον γουστάρεις. Γιατί; Αλώπως ήταν της ηλικίας.
Τζιαι έτσι όπως εκαθούμαστεν τζιαμέ τζιαι ακούαμεν το κύμμαν, τζιαι εγώ ήμουν συγκεντρωμένη να νιώσω πότε ο «Χριστός» εννα μου τζείσει –κατα λάθος τάχα- πας το σιέριν, άξιππα, για κλάσματα δευτερολέπτου, έλαμψεν ο ουρανός τζιαι έφεξεν, παντες τζιαι ήταν μέρα. Επιάστηκεν η καρδία μου. «Παιθκιά είδετε το;» ερώτησα την παρέα. «Ειδαμεν τι;» Απάντησεν ο συμμαθητής τζιαι πρίν να τελειώσει την κουβέντα του ακούστηκεν μια μεγάλη έκρηξη. Ξαφνικά ούλλες οι φώνες του καμπιγκ εσιωπήσαν. «Τι εν τούτον;» ερώτησα. Τζιαι αρκέψαν οι εικασίες. Ο Άσαφ είπεν οτι σίουρα εκρέπαρεν καμια μποτίλια του γκαζιου στον καταυλισμόν των Βεδουίνων, συχνόν φαινομένο απ’ ότι είπεν. Κάποις είπεν την λέξην πόμπα, αλλά αποκλείσαμεν το αμέσως. Εδέχτηκαμεν ούλλοι την εξήγησην της μποτίλιας του γκαζιού με ευγνωμοσύνη. Τζιαι τζιαμέ που επήεννεν ή ατμόσφαιρα να έβρει τα ίσια της, που αρκέψαμεν να μιλούμεν τζιαι να γελούμεν, πάλε το ίδιον: ο ουράνος έλαμψεν τζιαι μερικά δευτερόλεπτα μετά ακούστηκεν η έκρηξη. Πκιόν αρκέψαμεν να ανυσηχούμεν τζιαι επήαμεν πάνω στο κέντρον, να ρωτήσουμεν εν έξερεν κανένας τίποτε. Στο κέντρον επικρατούσεν ενας φός. Κόσμος να μιλά, να φωνάζει, τζιαι ούλλοι να διερωτούνται τι έγινε. Στο κάμπινγκ τα κινητά εν επιανναν, έπρεπε να περπατήσεις κανέναν χιλιόμετρον για να πκιάεις σήμαν τζιαι κάποιοι εφύαν να παν να έβρουν σήμα.
Παρόλον που ήμασταν στον δίπλα κόλπο που την «κκελλέν του θκιαόλου» επήρεν μαν μιάν ώραν να μάθουμεν τι έγινε: Πόμπες στο κάμπιγκ του Ρας ελ Σιειττάν. Αν είσιεν νεκρούς εν έμαθαμεν. Μετα που λλίον εμάθαμεν οτι είσιεν τζι’ αλλην πόμπα στη Τάμπα, στο Χίλτον. Πάλε κανένας εν έξερεν πόσους νεκρούς είσιεν. Αμέσως ο νούς μου επήεν στους νιόπαντρους που με εσώσαν την προηγούμενην. Εννα επιβιώσαν; Επιαέν με έναν αγχος, πρέπει να έτρεμα. Ο «Χριστός ερώτησεν με αν είμαι καλά. Είπα του την ιστορία με τους νιόπαντρους. Είπε μου να μεν ανυσηχώ, σίουρα εν επάθαν τίποτε. Τζείνος ήταν απίστευτα ήρεμος. Σάννα τζιαι εν τον εντυπωσίασεν το γεγονός. Ερώτησα τον πως μπορέι να εν τόσον ήρεμος. Είπεν μου „ I come from Israel, remember? We are actually waiting for this to happen“. Τζιαι εχαμογέλασεν μου λυπημένος. Eνιωσα τόσον απαίσια τζείντην ώραν. Ένιωσα βλάκας. Ένιωσα κακομαθημένη που εν είχα ποττέ μου τούτον τον κύνδινον. Ένιωσα σκατά που εκατηγόρησα τούντον κόσμον, για πολιτικές έννοιες που καλά καλά εν εκαταλάβαινα.
Η Ταμάρα ήταν σε κατάστασην πανικού τζιαι έκλαιεν. Είσιεν πεί του παπά της ψέματα, ότι ήταν να πάει στο Ελάτ για το τριήμερο, μέσα στα σύνορα του ισραήλ. Εν την αφήναν οι γονέις της να πάει στο Σινά, για τούτον ακριβώς τον λόγον. Είπεν μας οτι εννα φάει ξύλον ποννα πάει πίσω. Ελιωσεν την η μίλλα μου. Έπρεπεν να τους τηλεφωνήσει, αλλά η ίδια εν είσιεν κινητόν. Επρότεινα της να πάμεν στην άκρη του κάμπιγκ που είσιεν σήμαν τζιαι να τηλεφωνήσει με το καρτοκινητόν μου τους γονείς της, είχαν μου μείνει λλίες μονάδες. Τρεμοντα επήρα την Ταμάραν στην νάκραν του κάμπιγκ, σκοτεινά θεοσκοτεινα, τζιαι θκυο μας φοιτσιασμένες του σκότους. Ο παπάς της εφώναζεν της ώσπου να λείψουν οι μονάδες. Όλως παραδόξως η Ταμάρα ηρέμησεν μόλις έκλεισεν. Είπεν την αλήθκειαν τζιαι εδέχτηκεν το κακόν που την επέριμενεν στο Τελαβίβ. Σαν είμαστεν ακόμα τζιαμέ, εχτύπησεν το τηλέφωνον μου, ενας φίλος που το Κάιρο που το άκουσεν στε νέα τζιαι ετήλεφώνησεν να δεί αν ζιώ. Επαρακάλεσα τον να πιάσει τηλέφωνο σπίτιν μου τζιαι να πεί των γονιών μου ότι είμαι στην Αλεξάνδρια, στην άλλην άκρην της χώρας τζιαι παραθερίζω, για να μεν ανυσηχούν. Επήαμεν πίσω στο κέντρον. Ούλλοι έιχαν πλέον μαζευτεί τζιαμέ τζιαι εσυζητούσαν έντονα. Κάποιος εφερεν τα μαντάτα οτι εν η αλ κάιντα που έβαλεν τες πόμπες, τζιαι ότι το Ισραήλ ήταν να έσιει λεωφορέια στα σύνορα το επόμενον, για να τους πάρει πίσω.
Τα χαράματα κουρασμένοι ούλλοι πκιόν, ετζοιμηθηκαμεν στο κέντρον. Κανένας εν είπεν να μείνουμεν στο κέντρον, κανένας εν ανάλαβεν οργάνωσην. Χώρις καμία συννενόησην εμείναμεν ούλλοι μαζίν. Κανένας εν έθελεν να πάει στην καλύφαν του μόνος του στα σκοτεινά. Τζιαι έτσι, 50 πλάσματα ετζοιμηθήκαμεν δίπλα δίπλα πας τα κκίλιμια της αυλής του κέντρου. Επήρεν με ο ύπνος σιερκές με τον «Χριστόν».
Μόλις εξημέρωσεν οι Ισραηλίτες αρκέψαν να συνάουν τα πράματα τους για να κατευθυνθούν προς τα σύνορα, όπου η Ισραηλίτικη κυβέρνηση είσιεν στέιλει τα λεφορέια να τους παραλάβουν. Εξύπνησεν μας το καρκασιαλλίκκιν. Πρίν την καλημέραν ερώτησα τον Χριστόν αν θα φύει. Είπεν μου οτι εν θα πάει αμέσως. «Εν τζιαι εν επειδή εφώναξεν η κυβέρνηση εννα βουρήσω» ειπεν μου. «Εννα μείνω, πόμπες έσιει τζιαι στο Ισραήλ». Ενιωσα ανακούφισην.
O συμμαθητής εκράταν την Ταμάρα σφιχτά τζιαι εποσιερέταν την. Ανταλλάσσαν κουβέντες των διακοπών: ήμειλ, ναι εν θα χαθούμεν, εννα ρτω Ισραήλ να σε έβρω μπλα μπλα. Τα κλασσικά, που σχεδόν ποττέ εν ισχύουν. Εμείς εννα εμεινίσκαμεν ωσπου να ηρέμησει η κατάσταση, εν ήταν καλή ιδέα να σιονωστούμεν μες τους δρόμους, σαν ήταν γεμάτοι στρατό τζιαι αστυνομία.
Ως το μεσημέριν το κάμπιγκ εφκιέρωσεν. Εμείναν πίσω τα σακκουλλούθκια χόρτον που αφήκαν ορισμένοι πίσω τους: ο καθένας άφηκεν το μπροστά που την καλύφαν του, για να μεν το πετάξει, για να το έβρει ο επόμενος. Επέριμενεν τους εξονυχιστικός έλεγχος στα σύνορα, εν εσυμφερεν να κουβαλούν ουσίες, ειδίκα σε μιαν χώραν που την δημοκρατίαν έσιει την μόνον ακουστά.
Ο Χασάν τζιαι η ομάδα του καμπινγκ εκλαίαν. Ο βομβαρδισμός εσήμενεν το τέλος του καμπιγκ. Ποιός ξέρει πόσονς τζιαιρός ήταν να περάσει ωστε να ξιφοηθούν οι Ισραηλίτες τζιαι να’ ρτουν να αφήκουν τα λεφτά τους στο Σινά. Οι μισοί υπαλλήλοι επιάαν τα πράματα τους τζιαι εφύαν. Τζιαι ετσί εμείναμεν περίπου 10 άτομα, να θωρούμεν τα συντρίμια. Το μόνο πράμαν που εθθύμιζεν ομαλότηταν ήταν ο σειχής. Οι υπαλληλοι του κάμπιγκ – όσοι εμείναν- εσυνάχτηκαν γυρόν του, εζητουσαν συμβουλές, ευλογίες, ποιός ξέρει. Μετά επροσευχηθήκαν ούλλοι μαζίν.
Επέρασαμεν την τελευταίαν ημέραν σε καταθλιψην. Μόνον η μπρουχίτα είσιεν ξιάσει τον φόν της πόμπας τζιαι έθελεν να παίξει. Εγω τζιαι ο Χριστός, κολλημένοι ουλλοι η μέρα ο ένας δίπλα που τον άλλον, χωρίς να μιλούμεν, εν είσιεν τίποτε να πούμεν. Ο καθένας χαμένος στες σκέψεις του, θλιμμένος. Τζείνον το συναίσθημαν ονόμασα το εκ των υστέρων the post-bombing blues.
Την νυχταν ο παρέας του Χριστού εμφάνισεν μιαν μπουκάλα ρούμιν που είσιεν χωσμένην. Ακούεται απίστευτον, αλλά στο Σινά το αλκοόλ θεωρείται σιειρόττερο που το χόρτον. Στο κάμπινγκ εν είσιεν ούτε για δείγμαν.Ήρτεν μας μέλιν. Πινιάν πας την πιννιάν εγίναμεν ούλλοι κομμάθκια πας την παραλίαν. Ο Χασάν ήρτεν να μας πεί οτι την επόμενην το κάμπινγκ ήταν να κλέισει, τζιαι έπρεπεν να φύουμεν όταν εξημέρωννεν.
Οταν εμέιναμεν μόνοι μας, ερώτησα τον «Χριστόν» ναμπου ήταν να κάμει ποδά τζιαι δά. Εν έξερεν να μου πεί. Εγεμώσαν τα μμάθκια του, σαν το καθρέυτην αμέσως τζιαι τα δικά μου, αγγάλιασεν με τζιαι εξαπολήσαμεν το νευρόν τζιαι το σόκ μας τζιαι οι θκυό σε έναν κλαμαν δυνάμενον, που εκατάληξε σε εναν φιλίν ούλλον νευρον τζιαι δάκρυα. Ωσπου τζιαι επήρεν μας ο ύπνος, τζείνος γλυτζής μετα που γερόν κλάμαν. Την άλλην ημέραν ανταλλάξαμεν τα κλασσικά: δως μου το ήμειλ σου,έλα το δικόν μου, ναι, εν θα χαθούμεν, εννα ρτω να σε έβρω, τζιαι'γω.
Τζιαι έτσι εχωρίσαμεν.
Μετά που εναν ατέλιωτον ταξίδιν, σε εναν μίνιμπας γεμάτον εργάτες που μαζίν με τες πόμπες εχάσαν την δουλειαν τους με ελέγχους που αστυνομία τζιαι στρατό κάθε μισήν ώραν εφτάσαμεν χαράματα στο Καίρον. Μετά που 12 μέρες – όσες εχρειάζουμουν για να τα διπλώσω ούλλα- εφύα πρόορα που την Αιγυπτόν. Μετά που τούτον που έγινεν εν έθελα να είμαι άλλον τζιαμαί. Εν εφοήθηκα πόμπες, ούτε φασαρίες, αλλά έξερα, οτι η πικρή γευση εν εσάζετουν με τίποτε. Τζιαι έτσι πικραμένη, λυπημένη σαντανωμένη τζιαι μες τα post-bombing blues μου ερωτευμένη, έφυα.
Μετα που λλίους μήνες έπιασα ήμειλ που τον Καναδάν. Ο Χασάν εκατάφερεν τα, έπιασεν πολιτικόν άσυλο. Αντάλλαξα τζιαι 3-4 ήμειλ με τον Χριστόν. Τζαιαι οι θκυό επροσποιόυμαστεν οτι εν έγινεν οτι έγινεν. Μετα εχαθήκαμεν, μετα που κανέναν χρόνον που του έγραψα τα ήμειλ ερκουνταν πίσω. Ποιος ξέρει ναμπου απέγινεν ο «Χριστός».
Τζιαι έμεινα έτσι, δίχως να του πω remember the Sinai bombing? I fell in love with you then.
- ΤΕΛΟΣ -
*************************************************************************
Ντήαρ ανάγνωστερ, ξέρω το εν σε έχω μαθημένο σε έτσι ιστορίες. Εν την έγραψα για να μου πείς μπράβο ούτε γουάο. Εγραψα την για να μεν την ξιάσω. Ευχαριστω που επόμεινες τα πόστ-σεντόνια τζιαι εθκιέβασες την.
Ατε, που αύριον πελλάρες πάλε, κανεί σοβαρά.