Showing posts with label I cant liiiiive. Show all posts
Showing posts with label I cant liiiiive. Show all posts

28.8.12

Ο καμός μου


Ανάγνωστερ σε άφηκα καημένε εν αγνοία
Εννεν ότι εν σε σκέφτουμαι, ότι με έπκιαεν η ανία

Περνώ μια φάσην δύσκολην τζιαι μάυρην σαν το σκότος
Γιατί που μες την σχέσην μου έμεινεν μου ο κόπος

Εχώρισα τον Σιάολον τζιαι σύρνω μαύρην πέτραν
Να δω νάκκον την Μπαμπυλον, που ως τωρά εν εμέτραν

Ηβρά τζιαι διαμέρισμαν για να μετακομίσω
Ουλλα της σχέσης τα κακά πισω μου να αφήσω

Φοούμαι σιέζω πάνω μου, εχω πολλές φοβίες
Πως θα με τζυνήουν τα τέρατα οι δράτζοι τζ’οι ερυνίες

Περίτου που ουλλα σκέφτουμαι πως θα μείνω στο ράφιν
Να γίνω μια κοτζάκαρη που να πιτά φαρμάτζιν

Αλλα η Μήτωρ εφρόντισεν, να βρεί το ριζικόν μου
Ετηλέφωνησεν μιου γέροντα τζιαι είπεν του το κακόν μου

Εξερες το ανάγνωστερ, πως εχουν τζιαι χοτλάιν
Οι Ορθοδοξοι στο ισραήλ, τζιαι μπαίννουν τζιαι ονλάιν;

Επκιαεν τον τηλέφωνον, τζι’είπεν του «δως μου γνώσην!
Η κόρη μου εχώρησεν, άτζαπης έκαμεν καλά, οξά ννα μετανώσει;»

Ο γερος την εφώτισεν, τζι είπεν της «εν πείραζει
Η κόρη σου έκαμεν καλά, χαλάλιν το μαράζιν»

Μιαν τύχην είπεν της καλήν, τάχατες ότι έχω
Τζιαι ούλλα εννα φκούσειν σε καλόν, μα πρέπει να προσέχω

Γιατί έλυσα τζι’εσταξα, επάστινα είμαι βίτσα
Το μόνον πράμα που θώρω εν δάκρυα τζιαι μύξαν

Τζιαι γιώνει τζιαι Σιάολος κλαίμεν με δάκρυν μάυρον
Τζείνος ζητα συγχωρησην αλλά εγιώνι βράχος

Μα μεν νομίζεις εν πονώ, πουμέσα μου είμαι κομμάθκια
Γιατί λουβιθκιά εγίνασειν του ονείρου τα παλάθκια

Κάθουμαι τζιαι σύναω τα, βάλλω τα μες την βούρκα
Τζιαι ελπίζω τζιαι προσεύχουμαι να βρω άλλα, τζιινούρκα

Είδες τώρα ανάγνωστερ, γιατί είμαι χαμένη;
Τράβω μαράζια κάμποσα η γέριμη, η λυμένη

Καθε μεγάλη συμφορά, διά σου τζιαι σοφίαν
Γιαυτον εγιώ νι θα σου πω τζιαι μιαν φιλοσοφίαν:

Οι σχέσεις θέλουν σεβάσμον, άγαπην πολλύν τζιαι κόπον
Αν δείς τζιαι ο άλλος εν τανά, παρέτα, εν έσιει τρόπον

22.3.12

Μεγαλομήτορ - the remains of the day

Aνάγνωστερς, συγχωράτε την πολυήμερην απουσίαν μου, η οποία οφείλεται σε πολλούς και διαφόρους λόγους ένας εκ των οποίον η άφιξης της αγαπημένης ημών, αστείρευτης πηγής εμπνεύσεως γραφής ποστακίων Μεγαλομήτορος εκ νήσου Κύπρου μετα την συνοδείαν τεσσαράκοντα κιλών αντικείμένων προσωπίκης χρήσεως και χαλλουμίων παρασκευασμένων μετά γνήσιου αιγοπρόβιου γάλακτος.

(πάει μου η εγκύκλιος α;)

Που λάλειτε ήρθεν είδεν και απήλθεν. 
Εγω εφρόντισα να αποφύγω καφκάες με εναν πολλά κοινωνικόν τρόπον: επρόσφερα εργασίαν σε νεαρήν Ρουμάνα καθαρίστρια η οποία έκαμεν ώς τες πόρτες (εν εξερα ότι τες καθαρίζουμεν-γουάου!). Μεν νομίζεις όμως ότι η μεγαλομήτωρ πτοείται αλα Μαρί Αντουανέτ (κράτα το τούτον ως το τέλος του πποστ) εδήλωσεν ότι "αν δεν έσιει ξημαρισιές το σπίτιν θα καθαρίσω την αποθήκη!"
 Έφερεν του κόσμου τα πράματα, όπως πάντα βέβαια, το χάιλαιτ ήταν οι ρέγγες, εζήτησα μιαν ήρταν 5, εψησεν μιαν ο σιάολος πάνω σε παμπάτζιν βρέμενον με ζιβάνα.
Εχτός που καθάρισμαν αποθήκης το προγραμμα επεριείχεν τζιαι ψουμνισμαν. Πολλύν ψουμνισμαν. Την μιαν ημέραν 7 ώρες, την δεύτερην 5. Εννοείται ότι εγω έκαμνα διαλείμματα της μιας τζιαι των 2 ωρών για να αντέξω. Εχοντας προνοήσει ότι εννα με έσιει να κουβάλω του κόσμου τα πράματα εγόρασα της το λεγόμενον καρότσιν της γιαγιάς που εν μια ειδική τσέντα με τροχούθκια για ψουμνισμαν που βαστά ο κόσμος που α) εν σωννει τζιαι β)εν ζεί στην Κύπρο (τζιαι πάει παντου με το αυτοκίνητο).
Πάντως ωστι να φύει έταξεν του Αη Φανούρη 10 πίττες: μιαν το κινητόν, μιαν τα εισητήρια, μιαν το πορτοφόλιν...
Την ώραν που εν εκαθάριζεν/εμαείρευκεν/εψουμνιζεν ελάλεν μου: "άννοιξε τζείντο ίττερνε τζιαι εννα χάσω τους χαιρετισμούς", οπότε το σάουνττρακ των ημερών ήταν χαιρετισμοί τζιαι κυρήγματα -εξου τζιαι το εγκυκλιακόν μου ύφος.

Το πρόβλημαν ήταν ομως ότι η Μήτωρ εκατάφτασεν σε καιρόν παγετώνων. Πεγετώνων μεταξύ εμού τζιαι του Σιάολου. Όσον τζιαι να επροσπάθησα να της το κρύψω της αλούπας εκατάλαβεν το τζιαι εν τέλει εφτυσα της τα ούλλα, παρόλον το κίνδυνον να το πεί σε ούλλες της τες αρφάες, στον πάτερ της ενορίας τζιαι την κυρία Νίτσα του μπακάλλη.

Ούλλα τζιαι ούλλα όμως, εναν πράμαν εχτιμώ στην μεγαλομήρωρ. Σε περιπτώσεις εκτάκτου ανάγκης βάλλει στην άκρην την ορθόδοξην τζιχάτ τζιαι τα ους ο θεός (καλάν εν εσυνεζευξεν αλλά «έδωκες του τα κορασάτα σου πκιόν!» -για τήν μήτωρ ήμουν παρθένα ως τα 27 μού αλώπως)  παραδοσιακά της, τζιαι επιβεβαίωσεν με ότι ότι νομίζεις να κάμεις, αν θέλεις να του δώκεις κλότσον εγω είμαι πίσω σου, η ευτυχία σου εν το πκιο σημαντικόν για μένα. Ναι ναι, τζιαι εγω εσυγκινήθηκα τζιαι προς στιγμήν εξίασα ότι μου νεκατώννει τα βρατζιά μου για να τα σισταρίσει.

Κατα την διάρκειαν που λαλείς των παγετώνων είχα νεύρα τζιαι ήμουν πίκρισσα. Μιαν ημέραν που έκαμα εναν μικρόν διάλειμμαν που τον θυμόν για πκιάσω τα μοιρολατρίκα έτυχεν να είμαι μες το τρένον. Επκιαεν με το κλάμαν που λαλείς τζιαι είπα να μεν επιβαρύνω τους ξικακκατίζοντες συνταξιδιώτες τζιαι να χώστω στα σκάλια της πόρτας του τρένου για να κλάψω με την ησυχίαν μου. Μετά που 1 κουτί κλίνεξ, νας ήμουν μόνη μου μες την αγαπημένην μου μιζεριά ήρτεν έναν μωρόν, μια κορούα αλόπως τεσσάρων χρόνων εμπήξεν την φάτσαν της μπροστά μου τζιαι λαλέι μου «γιατί κλαιείιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιις;». Επαλάβωσα τζείντην ώραν τζιαι είπα της το πρώτον που μου ήρτεν:
 «πονώ την κοιλιάν μου». 
Είδε με με κατανόηση τζιαι έφυεν. Τόσον πολλά έφυεν η κκελλέ μου με την ετοιμολογίαν μου τζιαι σούπερ ιντερκάλτσιαραλ κομπετεντ απάντησην μου που μου επέρασαν ούλλα, μεν σου πω εγέλουν τζιόλας!

Μετά που κάμποσα αρτσιαλλίκκια εκ μέρους μου επέρασεν η κρίση (σχεδόν τέλλεια), το αποτέλεσμαν Ποστμπάμπυλον-Σιάολος 1-0. Όπως το πάρει κανέις βέβαια, γιατί ενω επήεννα μανικωμένη να του σύρω ψυχολογικά μολότωφ τζιαι να τον σύρω πόξω που την πόρταν με τα ππουρτού του,o Σιαολίν σαν άλλος Ελλην πολιτικός εκάλαρεν με επανάληψην του θρυλικού ελληνικού, πολιτικού μονοσυλλάβου «θα,θα,θαθα, θαθαθα».
Εν πάση περιπτώση, παρόλον που προς το παρών συνάει πόντους έχω τον στο δείν μου, τζιαι αν η αγωγή ππέσει έστω τζιαι για μιαν ημέραν που το κοσμιοτάτη στο κοσμία θα στείλω επιστολή στον κηδεμόναν του τζιαι θα τον αποβάλω δια παντός.

Η Μήτωρ παρόλον που ορκίστηκεν στον Αην Φανούρην να μεν σπουρτολοήσει τα καθέκαστα σε κανέναν εχτός που τον φάδερ, έφυεν της εναν «πάντως αγάπη μου –εντερ συμβουλή- είπαν το ούλλοι!»|

roaaaaaaaarrrr
ΠΟΙΟΙ ΟΥΛΛΟΙ  ΑΜΜΑ; ΠΑΛΕ ΕΣΠΟΥΡΤΗΣΕΣ ΤΑ;;;;;
Για έναν λεπτόν έμεινεν άφωνη, την τελευταίαν φοράν που έμειναν άφωνη για έναν ολόκληρον λεπτόν ήταν μιαν φοράν που ήμουν 17 χρονών τζιαι έχασεν 100 λίρες τζιαι ήρτεν να με ρωτήσει με τρόπον αν τες έπκιασα τζιαι είπα της «ναι αμμα... έθελα να σου το πω έσιει τζιαιρόν... φύλάω για να κάμω αλλαγήν φύλου».
Τελοσπάντων μέτα που εσυνήλθεν επήεν να τα σάσει:

«Όι αγάπη μου εν είπα ΤΙΙΙΠΟΤΕΕΕ,  εγω είπα σου:  –εντερ συμβουλή- είπεν το τζιαι ο παπάς σου».

Τελοσπάντων να το καταπκιώ τζιαι τούτον.

Σε γεννικές γραμμες εν ετσακκωθήκαμεν, εχτός που μιαν φοράν που εστρολιάστηκεν να παέι στην πόλη τζιαι εφόρησεν μια ζακέττα άσπρην που είσιεν πάνω έναν βαλσαμωμένο τροκτικό, μπόρει να ήταν τζιαι αλουπος τωρά που το λαλείς.... Η ζιακεττούα είσιεν στον έναν ώμον την κκελλέν του χτηνού με θκυο πέρλες για μμάθκια, το κορμίν έπκιαννεν ούλλον το ζυνίσιην τζιαι στον άλλον ώμον ήταν ο νούρος (άτζαπής ήταν ρακούν; Σάννα ήταν ριγε ο νούρος). 
Μόλις την είδα εφάρασα! Εχτός του ότι εν κολλά με τες πεοιθήσεις μου εφάνταστηκα σκήνην με την μεγαλομήτωρ κορδωτή και λυγιστή στην πόλη να την μουνταρίσκουν θκύο αχτιβιστές της ΠΕΤΑ, ο ένας να της σιωννώνει που πάνω εναν ττενεκκεν κότσιηνην πογιά τζιαι ο άλλος να βάλλει φόκον τον νούρον του τροκτικού!

Έγινεν μεγάλος καφκας ώστι να την πείσω να μεν πάρει τζιαι το τροχτικόν περίπατον.
Τα επιχειρήματα της ήταν ανεξάντλητα:
«Ιντα μπου μου λαλείς;;; Τούτη η ζακέττα εν κλας!»
«βράζει πολλά»
«στο παρίσιν φορούν τες!»
«ας τολμήσουν να μου κοντέψουν!»
τζιαι άλλα μάγκικα αλλά ευτυχώς εκέρδισα την μάχην τζιαι το τρωκτικόν έμεινεν έσσω να κάμνει παρέαν του κουνελλιού που το άλλον τρικόν.

τζι'ως πάρατζει....

18.8.10

5-6 post-its τζιαι ένα τραγουδούιν

Eφυεν ο Σιαολίν τζιαι αφήκεν με μανισσιην μου. Επήεν σε ένα φεστιβάλ στην Πορτογαλία, με το τσιατιρούιν του τζιαι τα κλεφτοφάναρα του. Ο σκατοτομέας που δουλευκω εν επιτρέπει διακοπές τον Αύγουστο. Οπότε εν εμπορούσα να παω. Εκίστισα κάμποσον, γιατί αρέσκουν μου έτσι φάσεις. Εφυεν εχτές τα χαράματα τζιαι ουλλην την ημέραν εβρισκα ποστ ιτς με αγαπούλες χωσμένα μες το σπίτι. Την ώρα που άνοιξα το λαπτοπ, την ωραν που επήα να πιάσω το πιπέρι, μες τον ντους. Ποστιτς με αγαπουλλες τζιαι φιλάκια ανορθόγραφα ή με λατινικούς χαρακτήρες, αφού ο Σιαολίν επήε σε κρυοχωριτικο σχολειό τζιαι εν ξέρει να γράφει καλά Ελληνικά. Ο καλός μου. Αν εσιει κανένα ντίαρ ανάγνωστερ που αθθυμάται το δράμαν του σιειμώνα, εχω να σας πω ότι ο Σιαολίκκος εμεταμορφωθηκεν. Πέρκει περάσει γληορα ο τζιαιρός να ρτει το τέλος του μήνα, να ρτει πίσω ο Σιαολίν να πάμεν μάζι διακοπές. Να βράσει λλιόν το κοκκαλούιν μας γιατί δακάτω ήρτεν το φθινόπωρο.




Αφήνω σας με ένα πολλά πελλόν τραγουδούιν





*το σάουνττράκ του FIFA 10 έν παίζεται.