Showing posts with label anekdota ths metanasteutikhs Kryoxwras. Show all posts
Showing posts with label anekdota ths metanasteutikhs Kryoxwras. Show all posts

13.8.13

Ground control to Major Tom



Οτι τζ’αννενει εναν βήμαν ενι σίορ. Γράφω γλήορα γλήορα για να μεν μετανώσω. 

Που λαλέις που τον τζιαιρό που έσιει να με δείς ντηαρ ανάγνωστερ (γιατί εγω εθώρουν σε κρυφά η αλούπα) εγίνασιν πολλά.  Επέρασα εναν λαβστορι με εναν ψηλό και νεαρό τρομπονίστα, (το παίζω το τρόμπονι και τα λοιπά) που με εθθύμησεν τι ωράια ένι θα δικλάς πάνω για δεις το γκομενάκι, η αλήθκεια εχάρηκα το το λαβστορι, γιατί ήταν τζιαι μιτσής τζιαι εν εκουβάλαν τα πακκέττα που κουβαλούμεν εμεις οι 30άρηες που εν μας φένεται η ηλικία μας. Ωσπου τζιαι μιαν ημέραν ανακάλυψα οτι εν έξερεν ναμπον τα Ηνωμένα Εθνή τζιαι επέρασεν μου το ειδήλλιον και οι σωματικές ορέξεις ως δια μαγείας. 

Στο μετάξυν ήρτεν η Μεγαλωμήτωρ να με δείς μετα συνοδείας του Φάδερ. Εξεπέρασεν τον εαυτόν της πάλε, τούντην φόραν έφερεν ρίφιν. Που τ’αλήθκεια. Ρίφιν για σούβλαν. Μάζι με άλλα 250 κιλά πράματα γιατί μπορει να ξεσπάσει πόλεμος τζιαι πείνα. Την δευτερήν ημέραν της ευλογημένης αυτής παραμονής της  επεστρεψεν δια του ψουμνίσματος με μιαν να σου γοράσω μηχανή να ράφκεις ρα περήφανη τζιαι ναν τζιαι σίνγκερ. «άμμα!! Ναμπον τούτον;;;;;» με κατενθουσιασμένην φώνη τάχα αμ σο κρέηζι «εγόρασα σου ραπτομηχανή αγάπη μου!!!!!» . Ακολουθέι οκγορντ σάηλενς τζιαι απολογετικό βλέμμα του συνένοχου φάδερ που την εκουβάλαν. «Μα εννα την πάρεις Κύπρο;» Ναι, ππέσε που τζείντο πλευρό ποστμπαμπυλον. «Αγάπη μου εν για λλόου σου!!!» «τζιαι ναμπον να την κάμω άμμα την ραπτομηχανή;». «Μια ραπτομηχανή χρειάζεται σε κάθε σπίτιν αγάπη μου!!!!» . Ναι, αν το σπίτιν εν στην Πιτσιλλιά ή στη Μπούρμα. «μπόρει να θέλεις να ράψεις μιαν κουρτίνα, να κοντήνεις εναν παντελόνι, να μεν έσιεις μια ραπτομηχανή;;;;»
Αντιλαμβάννεσαι ανάγνωστερ ότι εχώντας φτάσει αισίως το ύψος των 180 εκατοστομέτρωνε η πιθανοτης να κοντίνω ποττέ παντελόνι εν εξίσου ψηλές με το να ράψω κουρτίνες.
Τελοσπάντων. Εν εμουρμούρησα γιατι είμαι καλή κόρη τζιαι εκάτσαμεν μαζίν τζιαι εκάμναμεν ρομάντικές κουτσατζιές πας σε κάτι μαντηλλιές της κουζίναν την ώρα που έδυεν ο ήλιον.
 Μπόρει να πάιξω νάκκον ποννα κρυαδίσει. Να ράψω κανέναν κουστούμι, καμιά τουαλέττα, κάτι απλό.

Στο μετάξυν το τρομπόνι αντικαταστάθηκε με εναν Σκίουρον ιτάλο. Ενα Σκιταλό. Τον όποιον εν δικλώ πάνω να τον δω. Καθόλου όμως. Είματεν ίσια ίσια. Μπορέι να δικλώ τσας κάτω. Κκουχχου. Αλλά είναι γάτα είναι γάτα τζιαι κόρπατζης μιάλος τζιαι χαχα να του καηλίσω. Κάμνει μεγαλες τζιαι πολλά φιλότιμες προσπάθειες για να με καταφέρει, κάμνει ριζότα, ζυμωννει ψουμιά, παίζει πκιάνα τζιαι εν ετοιμοπόλεμος. Ετοιμόλογος εννοώ. Τζιαι ξέρει τζιαι τα ηνωμένα έθνη ο (ο τυχερός).

Θα κλείσω τη σημερινή εκπομπη με μιαν έκκληση στους ανάγνωστερς:

Ανάγνωστερς, εσας που η σχέση σας βρωμά ποθκια τζιαι ενίοτε αυκά βούρκα (ξέρετε το, μυρίζεστε την), αλλά φοάστε να ταράξετε επειδη είσαστεν μες την πατανιούαν της άνεσης τυλιμένοι, μεν κωλώννετε!
Κάμετε το βήμαν τζιαι η ζωή σας θα γίνει μέλιν! Θα ξαναννιώσετε! Κρωστήτε μου εμέναν που έιχα γίνει έναν με την πατανίαν!
Ως τζιαι οι ορχιδέες μου αθθίσαν φέτη!

Ατε σφάξατε τον μόσχον τον σιτευτό τζιαι ασπρογιάστεν την νήσο μπικόζ αη αμ κκαμιν.

10.2.13

Πιττί τταμάμ

Αμμαν κόψεις στες ποδά μερκές της Ευρώπης εν ολόκληρη επιστήμη να έβρεις μάστρον για κουτσοδούλια. Κόφκουν κκελλέν τζιαι έχομεν κρίσην. Ε’ιχα γοτάσει που λαλείς εναν ερμαρούιν του μπάνιου για το τζινούρκο μου σπίτι τζιαι οι μετακομιστές που έισιεν να μου το στήσουν έκαμαν μίλλες τζιαι αφήκαν με έτσι. Είπα να το κάμω μόνη μου, σιγά λαλώ πόσον δύσκολον ενει; Ανταν τζιαι αννοίω το τζιαι θωρώ 3 κιλά βίδες αγχώθηκα. Ασε που έπρεπεν να ρέξω σύρματα επειδή είσιεν τζιαι λαμπούαν πουπάνω. Ενας παρέας που είσιεν να μου το κάμει ούλλον έπαιζεν πελλόν τζιαι το αρμάριν ήταν 4 μήνες μες την κάσιαν. Η φιλενάδα ελάλεν μου να πω του λάτινλάβα, αλλά εν έθελα, για ενναν λάτινλάβα για εννα τον κάμουμεν λάτινχασπαν. Τζιαι εν θέλουμεν χάσπες. Προχτες εντελώς τυχαία στον Τούρκον που έτρωα το λαχματζιούιν μου έπκιαεν το μμάτιν μου κάτι καρτούες που εγράφαν πάνω Αλί τζιαι είχαν εναν μικιμάους με μάστρον με εργαλεία.Οπα λαλώ! Αλί και τρισαλί, γιορμαμέηνμαν! Ο Αλί σίουρα εν θα χρεώννει πολλά. Πκιάννω τον τηλέφωνο τζιαι ξεκίνω του τα «γειά σας, είδα την καρτούαν σας, εχω κάτι κουτσοδούλεια..» ττακ κλείει μου το. Ξαναπκιάννω εν απαντα. Αγχώθηκα! Τωρά που ‘ηβραμεν τον αλί να τον χάσουμεν; Υποψιάστηκα ότι εν θα ξέρει γερμανικά τζιαι αγχώθηκεν, οπότε έστειλα του μύνημα σε σιμπολ τζιέρμαν όπου ανάφερα με τρόπο το όνομα του λαχματζιή. Σε καμιάν ώραν έπκιαεν πίσω ο διερμηνέας του τζιαι εξηγηθήκαμεν για τιμή τζιαι κουτσοδούλεια. Εχουμεν εναν πρόβλημαν όμως λαλει μου, ο Αλί ενι ξέρει γερμανικά, μόνο τούρτζικα. Πέψεν τον εσυ λαλώ του τζιαι ίντα μεταφραστερ είμαι αμμεν εξηγηθώ;. Τζιαι σήμερα Κυριακή εκατ’αφτασεν ο Αλί μιαν ώραν πκιο γλήορα με το τσιράκκιν του τζιαι ήβραν με με τες πυζιάμες, νυσταμένη τζιαι νάκκον πίττα ακόμα που τα ψες. Εβαλα τους μέσα. Κάτι με ερώτουσαν έπκιαεν το φτίν μου την λέξη δουλεια. Σημείωσε ανάγνωστερ ότι έκαμα 5 μαθήματα τούρτζικα το 2004 μες την ευφορίαν του «ολέ, ανοίξεν το οδόφραγμαν». Πίντωσε τζιαι νακκον λεξιλογιο που έσιεις άμμαν μινισκεις δαμέσα, εκατάλαβες ίντα συννενόηση είσιεν να ακολουθήσει. Δοκιμάζω πρώτα γερμανικα. Πιττίν ο Αλί. Σκέφτουμαι νάκκον τζιαι λαλώ του. «εεεεεεε.....εεεεεεεε.....Μπιρ ντουλαπ βαρ... (ντουλάπ, ναι, αλλά ναμπον το ερμαρούιν του μπάνιου;.... σκέψ,σκέψ.... το μπάνιον ναμπονει; Εννα μεννεν χαμαμ; Αφου στα αράπικα εν χαμαμ. ) χαμαμντουλαπ (άτς! Λεξιπλασίες αρτσιάκκικες) λαλώ του, αμά μπουγιουκ ντεγίλ! κουτσιούκ! Ευτυχώς εκατάλαβεν, ταμαμ λαλεί μου. Σημείωσε ότι ούλλην την ώραν εχασκογέλουν σαν τον χάχαν αφού εφένετουν μου πολλά κωμική η κατάσταση. Σάννα τζιαι έπκιαεν τον φτιν μου το τσιράκκιν να λαλεί του μάστρου του ψυθιριστά κάτι του στύλ «μάστρε, μα σάννα εν τσιοκ πέλλη τούτη;» Μέτα αθθυμήθηκα ότι σαν καλή Κυπραία πρέπει να τους τζιεράσω τζιαι καφε; Ευτυχώς τούτα τα σμόλτοκ κατέχω τα. «Καχβε ιστιορσούν; λαλώ του. Έκαμεν πως εν έθελεν, τζιαι εδιευκρίνησα του ότι «ακατάγνωτα σιορ, Τουρκτσιε καφέ βαρ!» Τζιαμε εγέλασεν η μουτσουνα του. Ταμαμ λαλεί, Νε καφέ; Λαλώ του εγώ; Σιεκκερλί,σιεκκερσίζ ξα ορτά; (ε βέβαια, να μεν δείξω ότι ξέρω το κκόφηλίνγκο στα τούρτζικα;) Ο ένας εθελεν ορτά πον ο μέτριος ο άλλος έθελεν γλυτζιήν. Μπόρει τζιαι να μου είπαν «ότι κάμεις εννα πκιούμεν» αλλά εν το επκιασα». Εστήσαν το αρμάριν, εκρεμμάσαν το τζιαι μετά έθελα να μου φκάλουν κάτι τρύπες πας τον τοίχον. Ατε τωρά. Ναμπον ο τοίχος; Λογικά, με την λογικήν του ντουλάπ πρέπει ναν το ντουβάρ, εννε; Κάπου είχα θκιεβάσει ότι οι λέξεις στα ελληνικά που ξεκινούν με ντ εν τούρτζικες. Γκοφοριτ Ποστ! «μπου ντούβαρ» λαλώ του... «ικκι μππζζζζζ τττττρρρρρ γιαπιορ...ταμαμ; μουμκιουνμου;» Ταμάμ λαλει μου, μουμκιούν, τζιαι ένιωσα όπως τον διερμηνέα του Δαλάι Λάμα. Αφου να φανταστείς εψήλωσα ικκί πόντους!To χάηλαητ βέβαια ήταν που με ερώτησεν "μπασκα;" Που σημένει "άλλον;" τζιαι τζιαμέ έκαμα τον να καταλάβει πόσον φαρσίν τα μιλώ: πιττί τταμάμ λαλώ του μάστρε, είμαστεν τταμάμ! Με αυτά και με αυτά εκάμαν μου τα κουτσοδούλεια, εγέμωσαν μου το σπίτιν σκόνες, εκάμαν μου τίμην ευκαιρίας, ευχαρίστησα τους, είπα τους «τσιοκ γκιουζελ κομουνικασυόν!» τζιαι έστειλα τους στο καλόν του Αλλάχ. Άτε, έναν πρόβλημαν λλίοττερον.

5.11.12

Ε τζιαι καλώς τον Μίστερ Τζώνην μας!



(καλώς τοοον τζιαι καλώωωωως τον)

Αχ ψυσιή μου μες την πότσαν, ούλλα τα σουρεαλιστικά συμβαίννουν μου εμέναν.
Πιξσιαρ δις που λαλεί τζιαι η Σοφία:
Ήταν λαλεί ενας γάμος, που επαντρεύκετουν ένας Κοσοβάρος μιαν Γερμανίδα. Τζιαι στον γαμόν τους λαλεί, ετραούδησεν ο Τζώνη Λόγκαν. Τζιαι είχαν καλεσμένην την Ποστμπάμπυλον. Που εφόρεν σουτιέ. Τζιαι μάλιστα με βάτα.
Όπως σου τα λαλώ ανάγνωστερ. Ο Τζώνι που αν αθθυμάσαι εξαναγνώρισα (!!) τον, εκατάλαβεν με. Τζιαι εκοιταξέν με βαθκια στα μμάθκια τζιαι είπεν μου. ‘Οου! Χαλόου δεάρ! Σάηπρους ράιτ;;;
Τζιαι είπα του « Γιες γιες! μάνα μου, μιστερ Λογκαν μου! Γιου ρημέμπερ μη!»

Τζιαι μετά ετραούδησεν το χόουλντ μη νάου ντονκράη σε ντίσκο.
Τζιαι έφκαλα σου τον βίτεο για να μεν λαλείς ότι είμαι λαφαζάνησσα.
Α, τζιαι προσεξε τζιαμε 23ο λεπτο που μου κάμνει γεια τζιαι λαλεί μου"ΑηλαβΣάιπρους!" η μπόρει τζιαι να ήταν «Γκίβιταπ Σάιπρους!»  που μεταφρασμένον σημαίνει «όλα τα μωρά στην πίσταν είπουν! Τζιαι εσούνι Σάηπρους!»





Μετά ο Τζώνης (που δαμέσα εν τον ηξέρει κανένας, επειδή οι χώρες που παν ολυμπιακούς τζιαι μουντιάλ τζιαι φόρμουλα εν θωρούν γιουροβίζιον) είπεν εννα τραουδήσει έναν τραουδιν, που το είπεν ως τωρά μόνον 3 φόρες, αλλά που εν ο πρώτος που το τραούδησεν  έβερ-έβερ-ορκίζουμαι σου τζιαι το τραούδιν εν δικόν του αλήθκεια, «εν το ξέρετε εσείς αλλά εν δικόν μου τζιαι αν γυρέψετε στο γκούγκολ εννα δείτε οτι εν εν αλήθκειαν εν δικόν μου, εγώ το είπα πρώτος ορκίζουμαι, άδε (φιλά σταυρό) που τ’αλήθκεια εντάξει;!» 
Τζιια είπεν το γιουλιφκμηαααααααααααααπσόουαηκανσταντονΤρόοδος.

Οι Κοσοβάροι εβαρεθήκαν. Επροτιμούσαν τα τσιφτετέλλια τους. Το Αηντιμάλε τσικουλατα τσίκιτα εν αλβανικόν εν τέλει. Η μουσική τους εν τέλλεια σκυλέ ελληνικά όπαααας έεεεελαααα.

 Όπου εγ...πατήσαν οι Οθωμανοί αφήκαν τσιφτετέλλια τζιαι κουπέπκια εντέλει.
Εγώ επίττωσα τζιαι εχόρευκα σουστοκολέ με μιαν  Βόσνια καλλονην την ώραν που ένας άντρας-κκήρινγκ έρκετουν να με χορέψει. Αλόπως που τζιαμέ που ήταν εφένετουν η βάτα της μήτωρ.
Μετά αρκέψαν τα άσματα τύπου άτε έσσω σας τζαι υπάκουσα τυφλά.

2.6.12

News bulettin


Ανάγνωστερ εχάθηκα α; Η αλήθκεια θκιεβάζω σε, τζιαι άμαν με αφήκει ο μπλάκμπερις αφήννω σου τζιαι κανένα σχόλιο, αλλά κάμνει μίλλες.

Τα νέα μου

Ενότητα 1: Μπλάστ φρομ δε παστ:
Προχτές επήα στο Η εντ Μ να τους δώκω έναν μπλέιζερ πίσω, το οποίον εγόρασα τον Γεννάρην, τζιαι όταν το έπλυννα έκαμεν κουτρουβούθκια. Επκιάσαν το, εδώκαν μου τα λεφτά τζιαι είπαν τζι’εναν τραούδιν. Σαν έφκαιννα έκσω ακούω εναν ψψψψψψψψψψ. 
Γυρίζω τζιαι τι να δω; Τον Ιταλόν μου πρώην με τον τζύρην του! Είσιεν 7 χρόνια να τους δω, μετά που τζείντην νύχταν του Φεβράρη του 2006 που το έκαμα επιτέλους να τον φκάλω πόξω εν τους εξαναείδα. Εκάθουνταν τζιαι θκύο πας σε εναν παγκάκιν, με τα μουστακομουσούθκια τους τζιαι τες φανελλούες τους με το κολλαράκι. Αντίδρασα καλά, ούσα ετοιμόλογη, τζιαι έβαλα μιαν αυθόρμητη κραυγή στα Σάρδικα του τύπου «εεεε, μάννα μπου κάμνετε σιόρ;» Εμιλήσαμεν λλίον, τι κάμνετε, πως πάτε. Πως πάει το εστιατόρειο (πκιο ττίπικαλ εν γίνεται), πως παν οι θκειούες συνέταιροι; Σιηλλοτρώουνται ακόμα α; Ναι, ναι, καλά, νέα δουλειά και τα λοιπά. Έκαμνα την άνετη παρόλο που ήταν οκγουορντ η φάση. Στα 3 λεπτά είπα τους ότι πρέπει να φύω για να πάω γυμναστήριο, αλλά ο πρώην πεττερός εν με άφηκεν, «περίμενε να σε δεί τζιαι η γεναίκα μου τζιαι εννα χαρεί πολλά!". Εμπήκαμεν στο διπλανόν μαχαζίν που ήταν τζιαι εθώρεν ρούχα. Η μίνι πεττερά. Ανάμιση μέτρον. Χαρές, μεν σου πω τζιαι συγκίνησην. «Εχάθηκες, γιατί εν ήρτες να με δείς;» Ατε τωρά. Ναμπου της λαλείς; Την αλήθκειαν μάλλον. «Κάρλα μου, έτσι εν τούντα πράματα. Στην άρχην εν επήεννεν να ρτω να σε δώ, ήταν πολλά φρέσκα η υπόθεση. Τζιαι μετά που περάσεν αρκετός τζιαιρός εσκέφτηκα, ού, τωρα επέρασεν τόσος τζιαιρος, παρέτα!». 
Επάλαβωσεν λλίον, αλλά είπεν μου ότι «σίγα το πράμαν σίορ, ίντα σχέσην έσιει αν εχωρίσετε;» Τελοσπάντων. Εφύα τζιαι που τζιαμέ πατημένη να πάω γυμναστήριο. Η αλήθκεια η Κάρλα αγάπαν με, γιατί παρόλα τα 30 τόσα χρόνια δαμέσα εν έμαθεν την γλώσσαν τζιαι καθότι γνωρίζομεν ολίγον την ιταλικήν μαζίν μου έκοφκεν τζιαι καμιάν κουβέντα. Η σχέση μου με τον γυιόν τους ήταν εντέλως αχρείαστη. Ούτε τζιαι εγώ ξέρω γιατί είμαστεν μαζίν, αφού η υπόθεση εν είσιεν με λάδιν με ξύδιν. Αλλά που τούντην φάραν έμαθα πολλά, πολλές μαειρκές κυρίως. Επίσης έμαθα –με την μέθοδον της επανάληψης- ότι οι Ιταλοί εφευραν το φαίν, τζιαι πρίν πο’λλού τους ο κόσμος έτρωεν ρότσες. Έφερναν τους ζιβανία. Η αντίδραση: «α, εν γκράππα!» Αναρήν; «α, εμάθετε τζιαι σείς την ρικότα;» Χαλλούμιν; «Μα τουτη η μοτσαρέλλα εν νακκόν σκλερή;» και ούτο καθεξής. 
Επίσης νομίζω ότι ένας λόγος που με αγάπαν τούτντο σόιν εν επειδή έτρωα πο ούλλα. Η Κάρλα έκαμνεν αρχιδάκια αρνίσια πανέ τζιαι μόνον εμείς οι θκύο τα ετρώαμεν, η στετέ του στην Σαρδινίαν μια φορά εσέρβιρεν μου κκελέν του αρνιού, σπασμένην που την μέση τζιαι γεμιστήν με λιαστές τομάτες. Αμαν σου λαλώ εσέρβιρεν μου την εννοώ το. 
Εβαλεν μου την ομπρός μου. Ολόκληρην την κκελέν. Μιαν εγώ τζιαι μιαν τζείνη. Ήταν μέλιν το κεφαλάκι, αλλά ναι, ήταν λλίον παράξενον να έσιες την κελλέν της κατσέλλας ομπρός σου, τζιαι να βάλλεις σιέριν μες τα δόνγκια της για να φάεις την γλώσσαν.
Ας είναι. Επεράσαμεν το τζιαι τούτον.

Ενότητα 2: θαυμαστής με άλτσχάιμερ
Αθθυμάσαι μες τον σιειμώναν, που ήταν ψόφος τζιαι είπα σου ότι ήρτεν ένας στον σταθμόν του τρένου τζιαι ερώτησεν με αν θέλω να πάμε για κάφε;
Τζιαι εγώ είπα ευγένεστατα «ευχαριστώ για την πρόσκληση αλλά σεν ενδιαφέρομαι»; Τζιαι μετα εδιερωτούμουν ίνταλοις του εκίνησα το ενδιαφέρον αφού ήμουν σκουλλισμέν σιάλια, παλτά τζιαι σκούφους;. Ε. Την περασμένην εφτομάδαν συμβαίννει μου παρόμοιον περιστατικόν: «Σύγνωμην; Θέλετε να πάμε για κάφε;» Γύριζω τζιαι τι να δω; Ο ίδιος! «Εμ, εξαναρώτησες με πριν 3-4 μήνες τζιαι είπα σου όι. Η απάντηση εν η ίδια, ευχαριστω". «καλάν» λαλέι μου «εμπόρειεν να άλλασες γνώμην». «Καλάν ρε» λαλώ του, «έν έσιεις ίντερνετ;» Εν εκατάλαβεν τι εννούσα τζιαι έφυεν.
Εχτές σαν ήμουν στο σταθμόν τζιαι επαράγγελα παγωτούιν ακούω πίσω μου μια φωνή «συγνωμηηη» γυρίζω τζιαι τι να δώ; Ο ίδιος πάλε! «Θέλετε να πάμε για κάφε;» Τζιαμε ενευρίασα. «Γιέ μου, τούτη εν η Τρίτη φορά! Σατσιήν! Ξανα-μανά: Όι ευχαριστω, παρέτα να με ρωτάς πκιόν!» Εκόπην του βούρου. Η παγωτάρενα ένεψεν μου εναν καχύποπτον «έσιει τίποτε;» Είπα της τον πόνον μου. Έσουσεν την κκελλέν της τζιαι επλήννεν το κουταλούιν του παγωτού.
Εκατάληξα σε δύο πιθανά σενάρια για τον παρέαν:
  1. Εσιει άτσχάημερ τζιαι ξηάννει ότι με εξαναρώτησεν.
  2. Εν κάμνει άλλην δουλειαν ούλλη μέρα, ρώτα ΟΥΛΛΕΣ τες γενάιτζιες που θωρεί, τζιαι ένας νούς ένει, πόσες φάτσες να συγκρατήσει.
Η φάση εν ότι πολλόου του εν το περιμένεις. Εν ένας τύπος, καμιάν 35άρκά χρονών, ψηλος με κουστούμι τζιαι ποτζείντα γυαλλια τα σπασικλέ πον της μόδας τάχα. Δηλάδη εν ευπαρουσίαστος. Γυαλλίζει τσας το μμάτιν του, αλλά ρε παιδίν μου, αν την έκαμνεν τούντην δουλειά στο ίντερνετ θα είσιεν τζιαι επιτυχίες, είμαι σίουρη.
Άσε που αν μου εμίλαν κανόνικα, αν με έπκιαννεν κουβέντα, θα του εμίλουν, είμαι φιλική σε σημείο βλακείας αφού. Ατου ο Γαβρίλης με το «συγνώμηηην, θέλετε να πάμε για καφε».

Ενότητα 3: Αν ήταν η αζούλα πούζα
Το γειτονικό χτήριο ανακαίνήστηκε τζιαι έγινεν πούππα. Πούππα λαλώ σου! Επέτηχα τον ιδιόκτητην πριν 2-3 μήνες τζιαι ερώτησα τον για τα διαμερίσματα. Είπε μου ότι εν 12 ευρά το τετρ. μέτρο το ενοίκιο! Ντόινγκ! Εμείς πληρώννουμεν 7 τζιαι εν τζιαι πολλά. Εκίστησα λλίον γιατί εθώρουν κάτι ωραία είδη υγειηνής που τους βάλλουν, κάτι παρκέ κάτι κουζίνες... Αλλά επέρασεν ο τζιαιρός τζαι επέρασεν μου. Τωρά όμως εξιζιηλισεν το ποτήριν! Βάλλουν τους βεράντες! Όι μπαλκόνια Κρυοχωρίτικα που πρέπει να στέκεσαι γιατι καρέκλαν εν φορεί, βεράντες κανονικές! Αν ήταν η αζούλα πούζα είσιεν να ειμαι ΤΟΟΟΟΟΟ-πκιάε ποτζεί-ΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΣΗΗΗΗΗ.

Ενότητα 4: Ετοιμάζω ταξίδι
Ναι ναι. Εννά ρτω στα πάτρια εδάφη να παντρέψω την Εόλικα πον ανίψσιην μου (αμμεν το εκατάλαβες ως τωρα). Θα είμαι ούλλες τζι’ούλλες 4 μέρες τζιαι 5 νύχτες. Το πρόγραμμαν εν κλειστόν που τα τωρά. Φιλοδοξώ να πάω τουλάστιχον μιαν ημέραν θάλασσαν. Φιλοδοξώ να έβρω στρουθούθκια, αφου έβρεσιεν μπορέι κάτι να γίνει.Φιλοδοξώ να μεν ανγκριστέι κανένας που εν ήβρα ώραν να παω να τον δω.

Χάτες τζιαι ως πάρατζει.

9.4.12

Tο τραπέζιν τζιαι ο καυκάς

Ανάγνωστερ, σου ομιλεί η άσωτη θυγατηρ σου! Πκιάε ποτζεί να σφάξουμεν τον μόσχον τον σιτευτό που εν τζιαι επίκαιρος. Σήμερα έχουμεν αργία καθότι κρυοχωρίτικο πάσχα τζιαι είναι μέλιν το καθίσιν. Σημείωσε ότι τζιαι η μεγάλη Παρασκευή εν αργία δακάτω οπότε εκάμαμεν την αμπέλιν. Την μεγάλην Παρασκευή (την κρυοχωρίτικην) εκάλεσα τα πεθθερικά για φαϊ, νηστίσιμον βεβαίως βεβαίως. Επεριόριστικα σε παραδοσιακές μαείρκες γιατί ξέρω ότι ο πεθθερός εν πειραματίζεται τζιαι πολλά. Εκαμα τους γεμιστά νηστίσιμα, κκιοφτέδες νηστίσιμους τζιαι φάβα κυπριακή. Κυπριακή λαλώ γιατί έκαμα την με κουτσιά ξερά. Αρέσαν τους πολλά νομίζω. Την ώραν του φαγιού, ο πεθθερός επεριέγραφεν μας λεπτομερώς την εγχείρησην που έκαμεν χουμίζοντας την μαεστρίαν των Κρυοχωρίτων γιατρών, για να καταλήξει με βουρκωμένα μμάθκια να μας λαλέι «και έτσι 2 μήναι μετά την εγχείρησην, έχομεν και σεξουαλικήν επαφήν».
Σημείωσε ότι άμαν μιλά για κάτι πολλά σημαντικόν, λαλεί το στην καθαρεύουσαν, π.χ. αμμαν μιλά για το παναϋριν του χωρκού του: «βεεεεβαια, εχομεν και τραγουδισταί, και οργανοπαίχται....»
Εν πολλά ευαίσθητος τζιαι με το παραμικρόν κλαίει ο γέριμος. Που την χαράν του που «έχομεν και σεξουαλικήν επαφήν» ελούθηκεν τα. Εγω εν άντεξα τζιαι εφύρτικα που το γέλιον όπως το μωρόν του δημοτικου. Ο Σιάολος μετά είπεν μου ότι αντράπηκεν που ο τζίυρης του μας τα ελάλεν λεπτομερώς, εγώ καταβάθος εχάρηκα που εννεν μόνον οι δίκοι μου οι γονιοί που κάμνουν ρεζιλλίκκια.

Πρόχτες στην πόλη που εθκιανεύκουμουν είδα κάτι πολλά εντυπωσιακό. Είδα ενα ζευκαρούιν, μιτσιούς, 20άρηες να τσακκωννουνται. Μα καυκάς μιάλος! Ήταν τζιαι οι θκύο ολτέρνατιβ νέοι, ο μίτσης είσιεν τα μαλλιά του ράστα, οι κορού εφόρεν σιαλούιν χίππικον πολύχρωμόν. Ο καυκάς τους ήταν τρικούβερτος. Τζείνου εφκήκαν οι νευρες του έξω που το σφίξιμο, τζείνης εγεμώσσαν τα μμάθκια της τζιαι εσφίγγετουν να μεν τα λουθεί. Παρόλον που καυκάς ήταν πολλά έντονος τζιαι ήταν μες τον πκιό πολύσυχναστον πεζόδρομο της πόλης εν εκατάλαβα καθόλου γιατί ετσακκώννουνταν. Γιατί τζείνοι, ήταν μόνοι τους, ανάμεσα σε σιηλλιάες κόσμον: Ο κάυκας εγίνετουν σε σάιν λάνγκουειτζ. Ήταν τζιαι οι θκύο κωφάλαλοι.
Επαρακολούθησα τους εξτασιασμένη! Εχτός που τα ύφη τους, ούλλον παράπονον τζιαι νεύρον, εμιλούσαν με πολλά απότομες τζιαι έντονες κινήσεις, υπέθεσα ότι εφώναζαν. Ενθουσιάσεν με τούτη η επικοινωνία τους, τζιαι όπως τους έχαννα που τα μμάθκια μου έβαλα τους ευτζιήν να μερώσουν τζιαι να φκέι πουπάνω οι κορού. Γυναικεία αλλυλεγγύη πάνω απ’όλα μαι φρέδες.

15.2.12

Μίσσιον ιν σάιτ!

Ανάγνωστερς! Αη σο δε λάιτ!
Τζιαμε που ενόμιζα ότι η καθημερινότητα της δουλειας μου θα είναι ππολίτικλι κορρέκτ αφου σφίζομεν απο ντζιέντερ μέινστρήμιν, νταιβέρσιτι και "μας σας παρακαλώ" "προς Θεού" και "τιμή μου" είδα το σημάδι που επερίμενα.
Εσυνέβηκεν απρόσμενα, ήταν λλίον μετα που έψησα τον καφέν μου τζιαι έπιννα τον γλήορα γλήορα για να μεν καμμίσω στο όου σόου πολιτικλι κορρέκτ μητινγκ που είχα. Εμπήκε μέσα η 50άρα μικροκαμωμένη Κρυοχωρίτισσα σέκρεταρι να μου δώσει "τα χαρκιά για το όου σόου κορρέκτ μήττινγκ"... με αργά βήματα εκόντεψεν του γραφείου μου, είπε κάτι ευγενικό του στύλ "μα μουσκομυρίζει ο καφές σου" ή "πάει σου τούντο χρώμαν" εν αθθυμούμαι γιατί τζιαμέ εσίνιαρα το επόμενον μου πρότζεκτ.

Τέλεια τοποθετημένον, σχεδόν ευλαβικά στο στροτζυλοπρόσωπον της μεσήλικης σέκρεταρι, ατρολιασμένον άνετα άνετα πουπάνω που το στομόσιηλον της... έναν αγνόν, παρθένον μυστάκιον που θα ελάλεν τζ' ο Παπαδιαμάντης!

- έντερ αγγελικές φωνές τζιαι το σάουνττρακ του τσιάρριοτς οφ φάιαρ -

Οπως εδίκλησα να το δώ, είδεν με μες τα μμάθκια νοσταλγικά, σχεδόν ερωτευμένα...

τζιαι είπεν μου...

aaaall my liiiife I wanted someone likeee youuuuuuu
aaaaand I thaaaaank Gooooood that I finallyyyyy found youuuuuuuu

το μουστακούιν της σέκρεταρι...

Περίμενε με αγαπημένον! Θα σε λυτρώσω! Δώσμου λλίον τζιαιρόν να καταστρώσω σχέδιον τζιαι θα σε ελευθερώσω!


Η στατιστική λαλεί ότι η διαδικασία απελευθέρωσης μυστακίου πέρνει περίπου 8 με 12 εφτομάες. Έσιει 5 που δουλευκω τζιαμέ, άρα σε έναν μήναν αη αμ κκάμινγκ φορ γιου!

τζιερίν σε στράψ: τσέκ!
πούτρα: τσέκ
φουσιτίν για μετά: τσέκ
ανμπιλιβιμπαμπολ εξεπερτις εντ κραφτμανσιπ μπέιστ ον μεντιτερένηαν χέριτεητζ: τσεκ
πείσιμον της σέκρεταρι: γκέττινγ δέαρ!

Ήβρα τον σκόπον μου στην νέα δουλειά!

12.2.12

The keeps and the keep nots

Πρόχτες επήα γιατρό. Έκατσα να περιμένω τζιαι μόλις επήεννα να αρκέψω να σικκιρτώ επειδή σατσιήν, διάτε μου ραντεβού σε ένα μήνα τζιαι βάλλετε με να καρτερώ τζιόλας ήρτε τζιαι έκατσε μια γιαγιά δίπλα μου. Μιά οικογένεια επερίμενεν μαζίν μας, είχαν έναν κοριτσάκι μικρουλλίδιον που μόλις επέρπετισεν τζιαι επήεννε ζαλισμένον τζιαι έναν αγοράκι, εκθρονισμένον πρίγκιπα περίπου 3-4 χρονών. Η μάμμα εσηκώθηκεν με το μωρόν αγκάλην τζιαι επερπάταν πάνω κάτω τζιαι εφίλαν τον. Ο μίτση εβούρησεν τζιαι αγκάλιασεν την μάμμαν που τα πόθκια, τάχα μάαααμμμααα έιμαι τζιαι έγω δαμέ.

«Εζήλεψεν ο μιτσής» λαλώ της γιαγιάς. «Εφαν του το πρωτείον η μιτσιά». «Ναι» λαλεί μου η γιαγιά «θέλει την ούλλην δικήν του».
Τζιαι που τζιαμέ εξεκίνησεν μια συζήτηση για τα μωρά της γιαγιάς όταν εγεννήσεν το ποσπόριν που εκθρόνισεν τους άλλους, για την μάναν της που ποττέ εν εξέπερασεν τον πόλεμον τζιαι ήταν ψυχικά άρρωστη τζιαι έφκαλλεν πάνω στα μωρά της, για τους πρόσφυγες της μικράς ασίας, για την κρίση, για τους μάνατζερ, τα μπέρναουτ, για τα μώρα αρρώστων γονιών, ψυχικά, που κανένας εν σκέφτεται ότι τζιαι τζείνα θέλουν θεραπεία.

Η γιαγιά δουλεύκει εθέλοντρια σε μια τηλεφωνική γράμμη για παιδάκια που έχουν πρόβλημα τζιαι ένι ξέρουν τι να κάμουν. Μια πανέξυπνη γεναίκα, με τρομέρη αισθηματικήν εξυπνάδαν τζιαι με απέραντες γνώσεις... Με μιαν ενέργειαν απίστευτα θετικήν, εγέμωννεν τον χώρον!

Μετά εφώναξαν μου να πάω μέσα.

Εφκήκα, εφόρισα το παλτό μου τζιαι είπα της γιαγιάς ότι την ευχαρισώ για την παρέα, τζιαι την καλή κουβέντα τζιαι ότι εχάρηκα που την εγνώρισα.
Είπε ότι τζιαι τζείνη εχάρηκε, τζιαι ότι σύσκολα γνωρίζεις έτσι πλάσματα σαν εμένα. Εφάνηκεν μου το καλλύττερον κοπλιμέντο που μου εκάμαν ποττέ. Για μερικά δευτερόλεπτα εθωρούσαμεν η μια την αλλην σαννα εν έθελαμεν να χωρίσουν οι δρόμοι μας.

Έθελα να της δώκω το τηλέφωνον μου για να την ξαναδώ, αλλά εσκέφτηκα ότι έννεν σωστόν... ότι ένι ξέρω τι.

Αλήθκεια, με ίντα κριτίριο κρατούμεν αθρώπους στην ζωή μας; Απλώς καρτερούμεν να έρτουν τζιαι να μείνουν μόνοι τους;

Πρέπει να τους κρατούμεν όσους μας αρέσουν, οξά ο ρόλος τους είναι απλά να περάσουν τζιαι να μας γλυκάνουν, π.χ μιαν αναμονήν σε γιατρόν, ή μιαν πτήσην τζιαι μετά συνεχίζει ο καθένας την ζωήν του;

7.2.12

έτσι στα γλήορα

Εφάαν με οι ταλαιπωρίες έσιει 3 ημέρες... Τα τρένα εν έρκουνται, παγώννω-ξιπαγώννω-ξαναπαγώννω τζιαι εν είμαι ήρεμη.
Στους σταθμούς των τρένων επικρατεί μια παράξενη ατμόσφαιρα κατανόησης τζιαι αλληλεγγύης. Κοιταζούμαστεν ούλλοι με κατανόηση τύπου «ναι, άρκησεν το τρένο, ναι κρυώννουμεν» τζιαι υπάρχει τζιαι μια συνδικαλιστική δυναμική επιβάτες βέρσες εταιρία των τρένων. Πολλά παράξενον.
Αλλά ωραιον.

Ο Μπάμπης Στόκερ εχάθηκεν για κάμποσες μέρες, τζιαι εμφανίστηκεν πάλε εχτές. Μόλις με είδεν εκοτζιήνησεν ο γέριμος.
Ένας άλλος εχτές λαλεί μου «Συγνώμη, θέλετε να πάμε για καφέ κάποτε;» Παρόλον τον ψόφον έσιει τζιαι όρεξην για φλερτάκια. Απάντησα ευγενικά ότι ευχαριστώ για την πρ΄σκληση αλλά δεν ένδιαφέρομαι. Μετλα εσκέφτηκα ότι πρέπει ναν πολλά απέγνωσμένος για να το πεί σε μιαν άγνωστην που ήταν κουκκοθλλωμένη που πάνω ως κάτω τζιαι ετρέχαν οι μύξες της.

Η νέα δουλειά αρέσκει μου πολλά αλλά ταλαιπωρούμαι τόσες ώρες μες τα τρένα.
Επήρα την μηχανούαν του κάφε του Κυπριακού στο γραφείο τζιαι σιγά σιγά κοντοσυνάουνται οι συνάδερφοι, τους οποίους εν πολλοξέρω τζιαι ρωτουν «μα άκουσαμεν έσιεις μόκκα;;;;» τζιαι ψήννω τους καφέδες Κυπριακούς τζιαι λαλώ τους ότι μου κατεβέι για τες παμπούλες του καϊμμακκιού: «ωωω, έσιεις πολλές αγάπες!» «αααα, εννα πκιάεις λεφτά» πεεεε, εσιεις πολλήν τύχη!» και άλλα του είδους.

Αλλά πεθύμω σας ντήαρς. Εκατέβασα τον όπερα τζιαι έτσι θκιεβάζω σας που το μόπαιν αλλά αμαν θέλω να αφήκω σχόλιο κάμνει μίλλες ο όπερας. Γι’αυτον εψιλοχάθηκα.

Τζιαι χάννουνται μπλόγκερς τζιαι λυπούμαι. Εχω την έννοιαν της Αππωμένης, τζ’ας μεν την ιξέρω. Είπεν ότι έσιει σοβαρόν πρόβλημαν υγείας τζιαι γι’αυτον έφυεν. Λυπούμαι, πιστευκεις σκέφτουμαι την συχνα;

Το καλόν της υπόθεσης είναι ότι έλαβα αγαπημένες επισκέψεις απο την νήσον τζιαι αππώθηκα!

Βάρτε ευτζιές να μεν αργήσουν τα τρένα αυριον πάλε γιατι ούτε έναν μήναν έν έσειι που άρκεψα δουλειάν τζιαι συνέχειαν πάω αργά. Εν μέγαλη η ευθύνη μου, αντιπροσωπεύκω την νήσον μας, είμαι η μόνη Κυπραία που εγνωρίσαν ποττε.

Βάρτε τζιαι τούντην καταπληχτική μαυρούν να την ακούσετε, η φώνη της είναι εναν μέλιν, εν η ανακάλυψη της χρονιάς!


μποκού ντε ψοφ

Ανάγνωστερς σου γράφω απο τας Σιβιρίας.
Σαν σου μιλώ, έσιει -17 βαθμούς, το τρένον μου ακυρώθηκε, τζιαι το μόνον που σκέφτουμαι εν ότι πάλε έχασα 30 λεπτά έξτρα ύπνου. Εχτές τα ίδια.
Γενικά ο κόσμος επάγωσεν ούλλοι κοιτάζουνται με κατανόησην στους δρόμους, τάχα «ναι ρε, εν ψόφος!».

Πέρκει σιονίσει να κάτσουν λλίον οι κρυάδες. Τζιαι τωρά που είπα σιόνιν να σου σερβίρω εναν ξαναβρασμένον άσμαν, μπέιστ ον ε τρού στόρι που πάει πολλά (μα τελικά εν πολλά διαχρονικά τα αριστουργήματα μου ;).
Βάρτο λλίον μες το μάικρογουέιβ τζιαν εν εντάξει.

Χάβ ε νάις ντέι ανάγνωστερ!

 Έπιαν μας η σιειμωνιά, έσυρεν ϭιόνιν βίρα
Επάγωσεν η γειτονιά, τζιαι πάω σαν την παπίρα

Εφορήσαμεν τα πανοφόρκα μας τζιαι τες χοντρές τες κλάτσες
Εϭιύψαμεν μες τα παλτά, εζαώσαμεν τες φάτσες

Όσον τζιαν φκεις στη στράτα σου έν νώθεις τα δαχτύλια
Τα φτούθκια σου παγώνουσιν, θερμοκρασία πλην ϭίλια!

Εξεκίνησα λοιπόν τζιαι γιω σιγά σιγά σαν την σιεσμένην
Παρπατητή παθκιάν παθκιάν, η μούττη παγωμένη

Εν μέρα τούτη πλάστη μου, να πρέπει να δουλέψω
Πρέπει να κάμω σχέδια, μιαν τράπεζα να κλέψω

Να πάω στην Καραϊβική, σε τροπικό νησούιν
Τζιαι να περνώ τες μέρες μου ξάπλα μες το ηλιούιν

Πουκάς τη φοινιτζιάν να πίνω τα κοκτέηλ
Μέ μάστρους μέ τηλέφωνα, μέ blackberry μέ μέιλ!

Θέλω να είμαι μόνιμα, στου bacardi τη ρεκλάμα
Να φορώ ολόχρονα μαγιώ τζιαι να απλώνω ζάμπαν

Να έσιει σιήλιους μώρατσους σάμπα να μου χορεύκουν
Ψηλόλιγνοι, μελαχρινοί τζιαι να με πασπατεύκουν

Να ‘ρκουνται να μου κάμνουσιν μασάζ μες τα ζινίσια
Ώχχω, τούτη εν ζωή, ψυσιή μου στα Παρίσσια!

άμμαν πυρώννω να ‘ρκουνται, αέραν να μου κάμουν
Τζιαι άμμαν καεί η ράσιη μου, γιαούρκια να μου βάλλουν

Τζιαι όπως τα εσκέφτουμουν τζι ήμουν αφηρημένη
Εγλίασα τζιαι ευρέθηκα στο σιόνι ξαπλωμένη

Επροσγιώθηκα φαρθκιά πλαθκιά πάνω στο καυλονούριν
Άου επόνησα πολλά! Φέρτε μου κανναούριν!

Ίντα εσυναχτήκετε να δείτε σαν τα φκιόρα;
Τανάτε μου να σηκωστώ εν τζι έφαμεν η ψώρα!

Έππεσα τζιαι λατσιήστικα, εγίνικα ρεζίλιν
Έτρεξεν τζιαι η μύξα μου, φέρτε κανάν μαντήλιν!

Γ...ω την ώραν την στιγμήν που έφκηκα που έσσω...
τζυνιά με μια κακαουσκιά όποθεν τζιαι να ρέσσω

26.1.12

Μπάμπης Στόκερ

Ο στόκερ μου πκιάνει τα ίδια τρένα μαζί μου. Κάθεται πάντα απέναντι μου τζιαι θωρεί με την ώρα που θκιεβάζω, που τρώω το σάντουιτς μου τζιαι γεμώννω λουβίθκια, που φυσω την μούττη μου με χάρη, που χτενίζουμαι γιατί εν επρόλαβα.

Ο ίδιος, εν θκιεβάζει, εν παίζει με το μόπαιλ του, εν τρώει σάντουιτς τζιαι φυσικά εν χτενίζεται. Μόνο θωρεί με.

Αμαν τον δώ κοτσινίζει.

Αμαν κατεβούμεν που το τρένο περπατά που πίσω μου. Μετά χάννεται.

Προχτές το πρωίν επήα που άλλην έξοδον στην πλατφόρμαν για να δώ ναμπον να γίνει, παλε ήρτεν τζιαι ήβρεν με. Είπα του καλημέρα. «Κ-κ-καλημέρα» είπεν τζιαι εκοτσίνησεν.

Στο στραφί πάλε τα ίδια.

Λλίον πριν να κατεβούμεν εστάθηκεν δίπλα μου στην πόρταν. Εχαμογέλασα του λλίον. Εκοτσίνησεν. Μόλις εσταμάτησεν το τρένο είπεν μου «ε-ε-σχολάσαμεν επιτέλους» τζιαι εκοτσίνισεν.
«να-να-να σε δω αύριον... έννε;;;;»  Πάιπάι είπα του εγώ χωρίς να απαντήσω. Θα το παίξω μοιραία!

Η ερώτηση είναι: εν τάττης ο Μπάμπης όξα απλώς μηνίσκει άναυδος με τη σπάνια ομορφιά μου τζιαι το χαριτωμένο τρόπο με τον οποίο κάμνω 12 λεπτά να κλείσω το φερμουαρ του παλτού μου που εχάλασεν;


Disclaimer: this is an automatically generated post. The blog ower is now probably sitting in an office with no blogger access.

22.1.12

Πήγα σε μάγισσες, σε καφετζούδες

Προχτές έπιννα καφέ με μια φίλη σε έννα τουρκικο καφέ που έσιει τζιαι ναργιλέδες όταν επροσέξαμεν οτι το μαχαζίν επρόσφερεν τζιαι υπηρεσίες «λαλούμεν σου το φεντζάνι για 9 ευρά». Ολόισια επαραγγέιλαμεν 2 μέτριους. ‘Ηπιαμεν τους τζιαι είπα της φίλης τον τρόπον να το γυρίσει. Επεριμέναμεν την σειράν μας. Η καφετζού ήταν όπως την φαντάζεσαι. Μουζούρα, περίπου 50 χρονών, πατωμένη τα βρασιόλια τζιαι τα σκΟλαρίτζια. Ήρτεν η σειρά μας, επήα εγώ πρώτη. Εσυστηθήκαμεν τζιαι εκαταλαβα ότι τα γερμανικά της καφετζούς ήταν λλία.
Κ: καφετζού, Π: εγώ

Κ: Πόττεν είσαι;
Π: Που την Κύπρο
Κ: Πόττεν;;;;;
Π: Κιμπρις-λιγιμ
Κ: Ααααααα! Πολλά ωραίο! .... αμα... είσαι τούρκ ξα ρούμ;
Π: είμαι ρούμ
Κ: εν πειράζει. Ρούμ καλά ατρώποι. Ρούμ τζιαι τούρκ πολλά καλά ατρώποι. Ιντιο πράμα!
Π: Ναι.
Κ: Πέτανε Ραούφ Ντεντκτάς! (λυπημένο ύφος) Τηλεόραση 3 μέρες κάτε μέρα Ντεντκτας!
Π: Ναι, επέθανεν.
Κ: Πολλάααα καλό άττρωπο Ντεντκτας! Ξέρει Τουρτζικα, ξέρει Ρούμ, ξέρει Εγγλέζος! Καλό! Πολλά καλό ατρωπο! 30 κρόνια πρόεδρο Κίμπρις! Μάσιαλλα! Κρίμας.

(Χαμογελώ αινιγματικά, εν λαλώ τίποτε. Εν θέλω να αφήκω την πολιτικήν να μου χαλάσει το λαμπρό μου μέλλον.)

Πκιάννει το φεντζάνι στερεώννει τα γυαλλιά της. Λέτ δε σίοου μπιγκίν.

Κ: έσυ έσιει καλή ζωή. Αντρα πολλά καλό! Τζιαι πεττερό σου πολλά καλό! Πολλά καλό άτρωπο.
Αντρά πκιάσει καλή ντουλια! Γοράσει σπίτι! Σπίτι άσπρο, ντούπλεξ ντούπλεξ!

Π: μεν μάσιεσαι!

Κ: ναι! Καλό! Πολλά καλό αντρά! Πρίν έσιει άλλη γενάικα αλλά τώρα όι. Εν σκέφτεται άλλη. Πολλά καλό άντρα. Παστό πολλά. Έτο, θωρώ το!

(πάντος στο παστό πολλά έππεσεν μέσα)

Κ: εσύ μετά ζησει αλλού! Ναι! Ταξίδι περάσει θάλασσα!
Π: ναι α;
Κ: ναι καλό! Θώρώ σπίτι σου Κίμπρις, έσιει γειτονισσα, μιλά πολλά. Δίπλα σπίτι σου, δεξιά που σπίτι σου! Πολλά κακό μιλά! αλλά εσύ πολλά λεφτά! Ναι! Γειτονας ζηλεύκει. Πολλά λεφτα. Καλή ζώη μασιαλλά. Φύει Κρυοχώρα. Πάει Κίμπρις!

Π: τζιαι πότε με το καλόν;
(δαμέ εσαντανώθηκεν)

Κ: εεεε... πότε τέλει να πάει;
Π: μα ένι ξέρω.

Κ: πάει Κίμπρις. Πάει για πάντα ισιαλλά! Καλοκαίρι παέι γάμο Κίμπρις!

(μάλιστα, εκατάλαβεν μας τζιαι η καφετζού ότι όποτε πάω Κύπρο πάω γάμους)

Π: Πόστμπάπμυλον πάει πολλούς γάμους, όι ένα. Αν πάει σε ούλλους πολλά λεφτά πιττί. Τσόκ φακελλάκια, ππαρά γιοκ.

Κ: εν καταλάβει...
Π: εν πειράζει. Πέ μου να δούμεν, θωρείς καμιάν καλή δουλειά;

(αντιλαμβανεσαι ανάγνωστερ ότι πρόκειται για ερώτηση παγίδα)

Κ: Εν καταλάβει μάνα μου...

Π: τσιαλισιόρ θκειά, έσιει τσαλισιορ;

Κ:ναι! Άντρα καλή δουλειά! Πολλά λεφτά κάμει σπίτι άσπρο! Ντούπλεξ ντούπλεξ!

Εκατάλαβες ανάγνωστερ ότι η καφετζού μας πκιάννει το ανατολίτικο μοντέλο ζωής τζιαι αναλύει τα θέματα έναν έναν:
-    Άντρας
-    Πεθθερικά
-    Άλλη γενάικα στη ζωή του άντρα
-    Περιουσία
-    Κακές γλώσσες
-    Τέλος μετανάστευσης, γυρισμός στα πάτρια εδάφη

Εννοείται ότι η καλη ζωή σημαίνει τζιαι ότι το γενάικα τσαλισιορ γιοκ, εν δουλεύκει!

Η όλη κατάσταση ήταν μια ερμηνεία. Η ερμήνεια του φεντζανιού που την καφετζού τζιαι η ερμηνεία η δίκη μου των  γερμανικών της.

Η φίλη άκουσεν παρόμοια. Άντρα καλό αλλά δουλεια όι πολλά καλή.Πεττερικά πολλάαα καλά! Αρχή όι καλά, αλλά τωρά καλά! Συνάντερφο του άντρα πολλά κακό, φίδι, φίδι! Αλλά γοράσει οικόπεδο, μεγάλο κοντά θάλασσα, πάει πίσω Γιουνανιστάν!!!!

Τωρά που έμαθα τον τρόπο, εννα το λαλώ τζιαι γώ το φεντζάνι.

Ασήμωσε!

5.1.12

Έμπειν πο’μπειν

Ντήαρ ανάγνωστερς,

έμπειν πο’μπειν! καλή χρονιά προ πάντως υγεία, χαρούλλες τζιαι αγπούλλες!!

Ήρτα πίσω που τα Βερολίνα, όπου για πρώτη φορά μετά που χρόνια εγιόρτασα την Πρωτοχρονιά! Πως σου φένεσται; Με ντίνερ τζιαι με παρακμιακό κλάμπ που έπαιζεν τέλεια φάνκ. Με σιήλλια ποτά τζιαι χάμπουρκερ η ώρα 7 το πρωί.Το αποτέλεσμαν εν ότι τωρά είμαι άρρωστη, ευχαριστίες στο Βερολίνο που εντύθηκέ Λονδίνο για τον Νέο Χρόνο, με ασταμάτητη σχεδόν βροσιη-φτυμμαθκιές.

Τωρά σαν σου μιλώ έσιει καταιγίδα, κάποιος τύφώνας ιμίσιη, το Σιάολος έσιει 3 μέρες που παραμιλά για τα 190 χμ την ώρα του τυφώνα, τζιαι προσπάθω να τον κάμω να καταλάβει ότι we don live in de Pilipins sir.

Που λάλεις, πόξω αστρέφτει τζιαι βρόντα, πόξω χαλάζιν ρίφκει, πέφτουν κουτρουβουθκια μεγάλη κακοκαιρία.

Εψές είδα στον ύπνον μου, ότι ήμουν σε έναν λεωφορείο τζιαι επέρναν μεν να με σκοτώσουν γιατι εκαταδικάστηκα σε θανατική ποινή ημίσιη για κάποια κομπίνα στο ιντέρνετ. Ηταν ακούεις τζιαι συ, να μου βάλουν ένεση. Υποτείθεται ότι η Εόλικα ήταν υπευθυνη της υπεράσπισης μου αλλά εν τα εκετάφερεν τζιαι στον ύπνον μου εγύρευκα το μόπαιλ μου για να δω στο γκούγκολ αννεν όντως θανατική ποινή για κομπίνες του ίντερνετ. Το λεωφορείο έκαμε στάση τζιαι ήρταν πολλοί συγγενείς, η μάνα μου, η νούννα μου και τα λοιπά, εβαστούσαν ττάπερ με φαγιά τζιαι ποσώς τους ενδιέφερεν ότι σε λλίον ήταν να με καθαρίσουν. Εμουρμουρούσαν ότι η Εόλικα ήταν να φέρει τα χόρτα για σαλάτα τζιαι εν ήρτεν, τζι’ εγώ εσκέφτηκα ότι «’αδε, εν κάνει ποννα μας στείλει στην αγχόνη, ούτα τα χόρτα εν έφερεν». Μετά εκατάλαβα καλά καλά ότι εννα με καθαρίσουν που τ’αλήθκεια τζιαι άρκεψα το κλάμαν για να ξύπνήσω δρωμένη τζιαι αγχωμένη.

Όταν έγραψα το όνειρον μου του Σιάολου σε έσμες είπεν μου
Ides, na matheis na vlepis sires online

Μετά έπιασεν τον το φιλότιμο τζιαι είπε μου ότι ήταν να με σώσει αν με επέρναν να με καθαρίσουν san ton Johnny Rambo!

Είδες που ο Ράμπο μπαίννει τζιαι σε πρόταση με ρομαντικοαγαπητικό κκονοτέισιον!

Κατα τα άλλα σήμερα περιμένω το τηλεφώνημα που θα άλλαξει τα επόμενα χρόνια (καλάν μπορεί ναν μόνο μήνες) της ζώης μου και θα βάλει τέλος στην πολυαγαπημένη μου μεν, βαρετή δε ανεργία.

Βάρτε ευτζιές ναν καλά τα νέα!

Ίντα άλλον;

Α, ναι, μετά που χρόνια φόβου και πάθους εκατάφερα να κάμω αναλύσεις αίματος στη φίλη μου την Αγγαλίτσα που εν χημικός. Στες 2 ώρες που επερίμενα τα αποτελέσματα έσιεισα 4 φορές, οπότε με ένα σπάρο 2 τρυόνια: τζιαι αναλύσεις τζιαι κάθαρση εντέρου. Τα αποτελέσματα ήταν πάρα πολλά καλά τζιαι επιβεβαιώννουν το ότι η μεσογειακή διατροφή εν χάννει. Του Σιάολου εγύρισεν του, νομίζω έθελεν να έιχα κάποιαν έλλειψην που να με έκαμνεν να ψήννω στέικ κάθε μέρα. Τα κουτσιά εν τα γλυτώννει πάντως.

Με αβγά

Postbabylon




27.12.11

Nόστος


Έφκαιννα που το Ικεα. Έβρεσιεν, βροχή φτυμμαθκιές, ποτζείνην την Λονδρέζικην.

Το ππάρκινγκ στολισμένον χριστουγεννιάτικα, κόσμος να φέυκει φορτωμένος. Ετζύλισα το αμαξούιν μου ως την στάσην. Στη στάση, μια κυρία, 65-70 χρονών. Περιποιημένη μεν, αλλά εφένετουν κατακομμένη. Εσκέφτηκα ότι μπόρει ναν καθαρίστρια τζιαι να εσχόλαννεν. Είδεν με που εγύρευκα την ώραν του λεωφορείου, τζιαι ερώτησεν με σε σπαστά Κρυοχωρίτικα αν ιξέρω ίντα ώραν έρκεται. Εδυσκολευκετουν με την γλώσσαν, εν επροφέρισκεν τα «h», εκατάλαβα πρέπει ναν Ιταλίδα. Εγυρίσα το Ιταλικά για να την διευκολίνω, μετά που 2 λέξεις εκατάλαβα εν που την Σικελία, αθάνατη χαρακτηριστική διάλεχτος. »Είσαστεν που τη Σικελία α; Πόσα χρόνια έσιετε στην Κρυοχώρα;»

" Έσιει 40 χρόνια που είμαστεν δακάτω μάνα μου. Ήμουν κορούα που ήρτα. Ιντα να κάμουμεν. Εν καλά αλλά επεράσαμεν δύσκολα. Κάθε χρόνον να καρτερούμεν πως εννα πάμεν πίσω. Ακόμα δαμέ είμαστεν."

Ελούθηκεν το κλάμαν, εμάσιετουν να το χώσει, έτριφεν τα μμάθκια της που μες τα γυαλλιά.

Έγω έμεινα πέτρα. Τι να της πω;

«Ιντα να κάμουμεν. Εν δύσκολα. Πολλά δύσκολα κόρη μου» είπεν τζιαι εσκούπισεν την μούττην της.

Εμουρμούρησα της κάτι για την «μοίραν του μετανάστη θκειά, ο καθένας το γραφτόν του, υγείαν να’ χουμεν...»

Είπα της καλά Χριστούγεννα τζιαι έβαλα την κλαμένην μες το λεφορείον.

Τζιαι εγώ κορούα ήρτα θκεια.



Χρονια πολλα ντήαρ ανάγνωστερς

22.12.11

Η κάλη μέρα...

Στην αρχή ξεκινά να ξημερώννει... σιγάαααα σιγάααα.
Η ώρα 5:50.

Φυσικά τζιαι εν ξημερώννει που τ’αλήθκεια, αφου γίνεται η ώρα δέκα να ξημερώσει δαμέσα τον σιειμώνα. Το ξημέρωμαν κάμνει το μια ειδική λάμπα/ξυπνητήρι που αρκέφκει τζιαι φεγγει για να ξυπνα ωράια ο Σιάολος. Έκαμα του την δώρον έγω για να μεν με λαώννει με τες τραουθκιές του ξυπνητηρκού του.

Μέτα που την ατριφίσιαλ ανατολή ξεκινούν τζίκλες, τριώνια, δεκαοχτούρες να μάχουνται, περίπου η ώρα 6:10.

Αννοίω το έναν μμάτιν: «Σάιολεεε, σήκου»

Γκκκρρρρρ (εν η απάντηση)

Μετά ξεκινά ενας πετεινός που το κινητόν του. Για να βρύξει πρέπει να λύσεις μιαν μαθηματικήν εξίσωσην. Μετά μπαίνει στο σνουζ για 3 λεπτά. Η εξισώσεις δυσκολευκουν ώσπου πάει,  ο πατεινός να σιήζεται.

Εφτάσαμεν αισίως στες 7:00.

"Σιάολε, σήκου" (κουνγκια μες τα πλαϊτζια)

Μμμμμχχγγσξ  800 επι 13.5 πόσα ένει;

Η ώρα 7:20 σηκώννεται, εγώ λαοτζοιμούμαι.

Ξεκίνα τον μονόλογον του.

Άρκησααα, ππε, πούντο παντελόνιν μου; (κουτουλλα στο αρμάριν) ΑΑΑΑΑΑΑΑ
Άραγε βρέσιε σήμερα; Τούντο τρικόν πάει με το παντελόνιν μου ρε μωρόν; Α; Α, να πάρω τζιαι τον φορτιστήν μου.
Φακκά το καννίν του πας το κρεβάτι ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΟΥ ππουστοκρεβάτι!
Εννοείται ότι εγώ καμνω ότι τζοιμούμαι.

Τζιαι συνεχίζει τον μονόλογο:

Πού εν το παπούτσι μου; (χτυπά τον αγκώναν του στον παραστατόν) ΑΑΑΑΟΥΥ
 Λαλείς να σιονίσει σήμερα; Α μωρόν μου;;; εννα σιονίζει;

Και πάει λέγοντας.

Έρκεται η ώρα που φευκει για να παέι να νυφτεί, να πλύννει δόνγκια.
Η καλλίτερη ώρα, ή ώρα που γυρίζω πλευρόν.

Σε 3 λεπτά ξαναμπαίννει μέσα, ο μονόλογος αρκέυκει:

Άτε εννα πάω, ππέ άρκησα, νομίζω βρέσιει έξω, ο φορτιστής μου πού ένει;

Σιύφκει να με φιλήσει

Άτε έφυα.

Τζιαμέ αννοίω το εναν μμάτιν: "γεια σου μωρόν μου".

Τζιαι άκου απάντηση:

ΑΑΑΑΑ, ΑΣΤΑ ΡΕ ΜΩΡΟΝ ΒΙΑΖΟΥΜΑΙ ΛΑΛΩ ΣΟΥ ΑΑΑΑΡΚΗΣΑ, ΕΝΙ ΜΠΟΡΩ ΤΩΡΑΑΑΑΑ             ΑΑΑΡΚΗΣΑΑΑΑΑΑ ΛΑΛΩ ΣΟΥ!!!!!!!!!

Τζιαι φευκει τζιαι μεινίσκω πάντα με την απορία: 

Γιε μου εμιλήσαμεν σου; Πρωίν πρωίν πιάννει σε η γλωσσοδιαρρεια, εναν γειά σου είπαμεν τζιαι καμνεις παντες τζιαι θέλω να σου πω την ιστορίαν της φρουτοπίας.

Ούτε την ανεργίαν του εν μπορεί να απολαυσει το πλάσμαν.

Σιάολος λαλούν σου.

8.12.11

Ωρα μηδέν

Σήμερα στο μάθημαν ενσωμάτωσης επαρακολούθησα το τελευταίον κόρς, δηλάδη για τους ενταγμένους. Ηταν μάθημαν Κρυοχωρίτικης Ιστορίας, δηλάδη με λλία λόγια το 30 Ράιχ τζιαι ο πόλεμος.

Λαλεί η καθηγήτρια:

Το τέλος του πολέμου χαρακτηρίζεται συμβολικά σαν ώρα μήδεν. Ωρα μηδέν, γιατί είναι μια καινουργια αρχή. Οτι υπήρχε χάθηκε, ο κόσμος ξεκινούσε την ζωή του ξανά, εχωντας χάσει τα πάντα.
Έχετε ξήσει ποτέ μια ώρα 0 στην ζωή σας;; ρωτά τους μαθητές της.

Κορού που την Σερβία: 
εμ, ναι, όταν αναγκαστήκαμεν να φύουμεν που την Κροατία γιατί εκυνδίνευεν η ζωη μας. Αφήκαμεν τα ούλλα πίσω, τζιαι αρκέψαμεν χωρίς τίποτε. Εγώ ήμουν δημοτικό τότε.

Θεία που το Ιράκ:
Μετά τον πόλεμο του Κόλπου, εβομβαρδίσαν το σπίτιν μας. Τζιαι μετέπειτα βέβαια, όταν είσιεν φασαρίες, είμαστεν Κούρδοι ξέρετε...

Αντράς που τον Λίβανο:
Ναι, μα είχα 2 ώρες μηδεν... μετα τον πολέμο το 82, η μισή οικογένεια μου εσκοτώθηκε. Μόλις ήβραμεν τα πόθκια μας, εβομβαρδίσαν το σπίτιν μας το 2006.

Κοπέλλα που την Ουκρανία:
Όταν τα άφησα ούλλα πίσω τζιαι ήρτα Γερμανία για να μπορέσω να προσφέρω στα μωρά μου ενα καλλίτερο μέλλον. Ή θα έφευκα ή τα μωρά μου θα επεθανίσκαν που την πείνα. Ούτε λεφτά για γιατρό υπήρχαν. Ηταν ώρα μηδεν για μένα.

Σινεχίζει η καθηγήτρια: 

Όπως καταλαβένετε, στη μεταπολεμική Γερμανία υπήρχε ελλειψη φαγητού. Πολλοί αυτοκτόνησαν απο την πείνα. Μόνο με κουπόνια μπορούσαν να πάρουν φαγητό. Ξέρετε τι είναι τα κουπόνια φαγητού;

Τζιαι ούλλοι με μια φωνή ΝΑΙ!

Θεία που το Ιράκ:
Ναι, μετα τον πόλεμο στον Κόλπο είμασταν με τα κουπόνια για χρόνια. Κουπόνια για ρύζι, φακές, τσάι τζιαι σαπούνι. Τίποτε άλλον εν είσιεν.

Αντράς που τον Λίβανο:
Ναι, μετά τον πόλεμον εν που τα κουπόνια που ετρώαμεν.

Γιαγια που την Πολωνία:
Ναι, κατα την διάρκεια του Σοσιαλισμού ήταν φυσικό φαινόμενο. Εν υπηρχε αρκετόν τίποτε για ούλλους.
Αν με ερώταν πόθθεν είμαι είσιεν να της πω "που τα βραστά μου". Ωρα μηδέν εν τραούδιν, τζιαι το κουπόνι εν δωροκουπόνι που το Σενμάικκολ. 
Γι' αυτόν:


Σε ούλλα τα αρτσιάκκια, τα φασιστόμουτρα τους παλιορατσιστές, που την είδαν αρία φυλή τζιαι βάλλουν τα με τους μετανάστες, όσους "τους εφάαν οι ξένοι πκιον δαμέσα":

ΝΑ ΜΕΝ ΣΑΣ ΤΥΧΕΙ ΡΕ ΒΟΥΤΥΡΟΠΑΙΔΑ ΝΑ ΖΗΣΕΤΕ ΕΤΣΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΖΙΑΙ ΝΑ ΑΝΑΓΚΑΣΤΕΙΤΕ ΝΑ ΠΑΤΕ ΣΤΑ ΠΟΥΤΤΑΡΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΒΙΩΣΕΤΕ. ΣΚΑΤΑΕΣ.

Ααμμά.

7.12.11

Ψιλά γράμματα

Ζάβαλλι μου κορούιν μου, τζι’αν μ’επεμπεν ο τζύρης μου να μάθω γράμματα είσιειν να τα θκιεβάζω ούλλα, ως το νυχούιν. Τζιαι το πκιο μιτσίν γραμματούιν είσιεν να το θκιαβάζω ελάλεν μου η μακαρισμένη η στετέ μου η Γιαλλούρα.
Επέθανεν με έναν παράπονον τζιαι μιαν τύψην: που εν έμαθεν γράμματα τζιαι που εφκαλεν την μάναν μου που το σχολείον στην πέμπτην του δημοτικού.

Τα καλοτζιαίρκα που είχα την τύχην να τα περάσω κοντά της ήταν μέλιν. Η μέρα εξεκίναν με ταξίδιν πας τον γάρον για το αμπέλιν που έθελεν κλάδεμαν, το περβόλιν που έθελεν πότισμαν, την δόμην που έθελεν χτίσμαν. Τα απογευματα εκαθούμαστεν πουκάς το κλίμαν πας την βεράνταν στο ανώιν. Η στετέ μου εξούβλαν αθάσια, έπλεκεν σκόρτους ή ετσάκκιζεν ελιές, ανάλογα με την εποχήν τζιαι εγώ, μωρόν του δημοτικού εθκιέβαζα της ιστορίες. Την Ιωάνναν της Λωρένης, τους Άθλιους τζιαι διάφορα άλλα. Την ευτζήν μου κορούιν μου που θκιεβάζεις της στετές σου της αγράμματης ελάλεν μου τζιαι εχαϊδευκεν μου την βούκκαν μου με τα σιέρκα της τα πόξυλα του πελιού τζιαι της τσάππας.
Άγια, γιατί εν δέχεσαι να σε μάθω; Εγέλαν. Κορούιν μου εγιώνι πκιον εξόφλισα, ούτε το βελόνιν να ρέξω εν θωρώ. Ατε θκιέβασε να 'ουμεν ναμπο γινεν με τον Γιαννήν.


Εχτές τζιαι προχτές ήμουν επισκέπτρια σε μαθήματα ενσωμάτωσης ή ένταξης, όπως θέλεις. Πρόκειται για μαθήματα Κρυοχωρίτικης γλώσσας για ξένους, πληρωμένα που την κυβέρνηση. Προχτές ήμουν σε δευτέραν τάξη. Άρεσεν μου πάρα πολλλά, οι μαθητές ήταν πολλά συνεργάσιμοι τζιαι είχαν όρεξην. Ηταν ούλλοι πολλά καλοί, εχτός που μιαν κινεζούαν, που εδυσκολευκετουν. Έθελα να θκιώξω τον καθηγητή τζιαι να κάμω εγώ το μάθημα, τόσον πολλά μου άρεσεν.

Εχτές ήμουν σε πρώτην τάξην, τέλλεια αρχάριους. Ήταν πολλά δυσκολα τα πράματα για την καθηγήτρια, κανένας εν ήξερεν την γλώσσα τζιαι έπρεπεν με κάποιον τρόπον να συννενοηθεί μαζίν τους. Εκατάφερνεν τα όμως μια χαρά.
Πολλά γλήορα εκατάλαβα ότι κάτι εν πάει καλά. 4 μαθητές είχαν δυσκολίες ανεξήγητες για μένα. 2 Θείτσες τουρκάλλες, με το τσιεμπερούιν τους, μια κοπέλλα που το Κόσοβο, τζιαι ένας μιτσής που εδήλωννεν ότι εν που το Κουρδιστάν. Οι Θείτσες εδυσκολεύκουνταν, εσκέφτηκα όμως ότι εν λογίκο, τώρα στα γεράματα μάθε γέρο γράμματα, εφαίνουνταν γεναίτζιες που ως τωρά υπηρετούσαν αντράες τζιαι εμεγαλώνναν κοπελλούθκια. Η κορούα που το Κοσοβό τζιαι τζείνη εδυσκολευκετουν αλλά παραπάνω που ούλλους ο μιτσής που το Κουρδιστάν. Εδυσκολευκετουν τρομερά να θκιεβάσει, τζιαι έγραφεν πάρα πολλά αργά.

Μετά έμαθα τα καθέκαστα. Τούτοι οι 4 ήρταν που μαθήματα Αλφαβητισμού. Δηλαδή, τωρά εμάθαν να γράφουν τζιαι να θκιεβάζουν. Πως γίνεται μια 25χρονή τζιαι ένας 17χρονος να μεν εμάθαν ποττέ να θκιεβάζουν; Πόσον κόσμον έσιει άραγε αναμεσα μας που εν ιξέρει γράμματα;

Όταν το είπα του Σιαολίν το βράδυ, τζιαι του είπα πόσο έκπληκτη έμεινα έφερεν με στα συγκαλα μου. «Έσιεις ιδέαν ίνταλος ιζιεί ο κόσμος εις το Κόσοβον; Αν η μιτσιά εμεγάλωσεν μες τες φασαρίες τζιαι τους πολέμους, ίνταλως να μάθει; Είσιεν άλλα προβλήματα.» 
Εσιει δίκαιον. Το ίδιον ισχύει τζιαι για τον 17χρονο Κούρδο. Εν ιξέρουμεν πόθθεν ακριβώς ένει, αλλά αν κρίνω που τους παραπάνω Κούρδους της χώρας μάλλον ενναν που τες περιοχές του Ιράκ. Νίντ αη σέι μόρ;

Αλλοι γεννιούνται με τον κόσμον είς τα πόθκια τους, τζιαι άλλοι γεννιούνται διμμένοι σιέρκα πόθκια.

5.12.11

close encounters with the syntopites

Έσιει που τον τζιαιρόν που έφυεν ο αγαπημένος μου παρέας ο Πολίτης που την Κρυοχώρα ελείφτικα τους συντοπίτες. Ενι ξέρω ούτε έναν στην πόλην μου, τζιαι σε ούλλην την χώραν αλώπως μόνον την αρφήν μου ξέρω.

Αμμεν εμίλουν μόνη μου είσιεν να ξιαάσω τζιαι τα Κυπριάκα μου ανάγνωστερ. Φροντίζω βέβαια να κάμνω 3 φορές την ευτομάν γαργάρες με φασόλες τζιαι κουτσία, εντριβές με λουκάνικο Πιτσιλλιάς τζιαι εμπλαστρα με χαλλούμιν για να μεν την πάθω.

Πρίν καναθκυο χρόνια που λαλείς, επέτυχα Κυπράιους σε έναν μαχαζίν με ρούχα. Εχάρηκα τζιαι ήμουν έτοιμη να τους πκιάω κουβέντα, ωσπου τζιαι εκτάλαβα οτι εσχολιάζαν γενάιτζιες. Εστέκουνταν στην πόρταν του μαχαζιού, ενώ οι κοπέλλες που ήταν μαζίν τους εψουμνίζαν.
«Άε την τούντην ξανθούαν ίντα κωλούθκια!» Ελάλεν ο ένας, «θα της δώκω έναν 8, εν τζιαι πολλύν της» τζιαι πάει λέγοντας. Έκρυψα να δώ αν θα με σχολιάσουν. Ο ένας έδωκεν της γιουρζ τρούλι «εναν 7ρούιν» τζιαι αλλός επολόηθειν του «μα τούντης αχτένιστης ρε;». Τζιάμε επέρασα που μπρόστα τους για να φκώ τζιαι είδα το έναν μες τα μμάθκια τζιαι είπα του «μα, σαννα είπες μου χτενίστου λλίον;». Καταλάββαίνεις ανάγνωστερ ότι εκόπειν η μουτσούνα του, εμάσαν τα, τζιαι στο τέλος είπεν μου τζιαι «γειά σας κυρία».

Που τότε οι συντοπίτες άφαντοι. Εν μετρά ότι ανακαλύψαμεν με την θάλασσα μωβ ότι είμασταν στην ίδιαν πόλη, επειδή είσιεν προλάβει να πάει Λουκανικούπολη, οπότε εμείναμεν διαδυκτιακές. Την περασμένην εφτομάν σαν εστρέφουμουν που την βιβλιοθήκη άκουσα την αγαπημένη μου γλώσσα! Αμέσως εγύρισα τζιαι πολλά αυθόρμητα είπα «πέρκει να είσαστεν Κυπράιοι!!;;;». Ήταν 3 φοιτητούθκια, σαπακόνεοι, φρέσκα της Κρυοχώρας. Μάνα μου τα. Έθελα να τα πκιάω που κοντά, να τα συμβουλέψω. Δυστυχώς εκατέβηκαν στην επόμενη στασή οπότε εν εμιλήσαμεν πολλά. Ο ένας ήταν τζιαι ομορφούης, μακάρι να ήταν 22 χρονών. Τζιαι η μια η κορού ήταν πολλά συμπαθητικούα. Κρίμας.

Την περασμένην ευτομάν επήα σε μια σχολή που εννα με φιλοξενήσει για μια πραχτικήν σαν δασκαλούα της ιεράς ημών κρυοχωρίτικης γλωσσος. Τσάκ, μια δασκαλούα Κυπραία!
Πάω σήμερα να ξεκινήσω την πρακτικήν, τσάκ αλλο μια!

Τζιαι έτσι άξιππα, ένιωσα πκιό λλίον φρούτον εξοτικόν! Ανυπομωνώ να κόψουμεν καμιάν κουβένταν να γεμώσει το στόμαν μου Κυπριακά!

Ζάβαλλι μου, καρτάνα ξενιθκιά!

24.11.11

Με συγχωρείτε για την ενόχληση δεσποινίς...



Σήμερα όπως εστρέφουμουν που την βιβλιοθήκη, ήταν ψόφος, φορτωμένη τον κουλλέπτοπ,7 βιβλία, εναν κολότζιν κότζιηνο, έναν γάλαν τζιαι κάμποσα πτώματα γυναικείας τσέντας επήα στη στάσην του τραμ. Το τράμ έθελεν αλλο 5 λεπτα, τζιαι είπα να κάμω ενα τσιαρούιν. Έβαλα την παλάσκαν τζιαι τα λοιπά μου ππουρτού χαμέ τζιαι ετσουλλοκατσα πουπανοθκιόν τους για να τυλίξω. Όπως ετύλια, σιυφκέι πουπάνω μου ένας τύπος:

-         Με συγχωρείτε για την ενόχληση δεσποινίς...
Δικλώ πάνω τζιαι θωρώ εναν κατακομμένον με παλιόρουχα
-         Μήπως θα είχατε ένα τσιγάρο για έναν άστεγο;
-         Εεε... εν τζιαι βαστώ τσιγάρα έτοιμα, εν τυλιχτά που πίννω..
-         Μάλιστα, καταλαβαίνω. Ευχάριστω και με συγχωρείτε ξανά για την ενόχληση. Καλό σας βράδυ.
Γυρίζει να φύει.
-Περιμένετε...
δίω του μιαν κολλούαν τζιαι λλίον καπνό.
Έλαμψέν το πρόσωπον του.
-Σας ευχαριστώ πάρα πολύ!
-Θέλετε να σας δώκω τζιαι φιλτρούιν;
-Όχι ευχαριστώ πολύ, αυτά είναι υπέραρκετα. Σας ευχομαι καλό βράδυ.
-Καλό βράδυ...
Ο άθρωπος εμίλαν τα πλέον καθαρά υπέρκρυοχωρίτικα, ήταν πραγματικά ευγενέστατος. Ποιός ξέρει ίνταλως εκατάντησεν έτσι...

2.11.11

Κάθε δεύτερον Σαββατοκυρίακο

Το Σάββατον εκάμαμεν έναν τρενοτάξιδον με τον Σιάολον. Η Τρίτη ήταν αργία στα παραπάνω κρατίδια της Κρυοχώρας, ο παραπάνω κόσμος είσιεν τζιαι την Δευτέρα όφ οπότε καταλαβάινεις οτι εσιονωστήκαν ούλλοι μες τα τρένα.
Στο πήαιννε είσιεν μες το βαγόνιν μας 2 μωρά, 7 τζιαι 10 χρονών θα έλεγα, που εταξιδεύκαν μόνα τους, με συνοδεία μιας συνοδου. Τούτες οι συνοδοί εν συνήθως συνταξιουχές που αναλαμβάνουν να πάρουν τα μωρά με το τρένον κάπου τζιαι να τα παραδώσουν σε κηδεμόνα. Οι κορούες, όπως εκατάλαβα ήταν γόνοι χωρισμένων τζιαι επηαίνναν να περάσουν το τριήμερο με τον παπάν τους. Εκατάλαβα το επειδή ελαλούσαν το συνέχεια, «ο παπάς εννα μας περιμένει» «έγω να τζοιμηθώ στο τάδε κρεβάτιν σημέρα» «όι εγω εννα τζοιμηθώ με τον παπάν, την άλλην φοράν επήες εσυ!» Σαν εζωγραφίζαν τζιαι επαίζαν εκάμναν διαπραγματευσεις για το ποιά θα έσιει πόσην ώραν του πάπα τους. Είχα δει τζιαι την μάναν που τες επαράδωννεν στην παχουλλήν θείτσαν που θα τες εσυνόδευκεν. Η μάνα ήταν φούλ αγχωμένη, αλλά έπαιζεν την άνετην στα μωρά. Μετά που εκαταλαβα περι τείνος επρόκειτουν εκατάλαβα την. Όταν εφτάσαμεν οι μιτσιές εθωρούσαν αγχωμένες που το παραθύρον για να δούν τον παπάν τους, τζιαι ώσπου εν τον εθωρούσαν η μιτσιά χαζίριν να λουθεί του κλαμάτου. Η μεγάλη ελάλεν την να μέννεν τόσον μουρμούρα. Είδαν το παπάν τους που το παραθύριν τζιαι αρκέψαν τσιριλλιές. Μόλις εκατεβήκαν εκοπήκαν του βούρου να τον αγγαλιάσουν τζιαι η θείτσα της συνοδείας εσιηζετουν τα τες βουρήσει πουπίσω, με τα 100 κιλά της για να τες παραδώσει τζιαι να πιάσει υπογραφήν που τον κηδεμόναν ότι τες επαράδωσεν. Χαρές αγγαλιές φιλιά τζιαι γλωσσοδιάρρεια μόλις είδαν τον παπάν τους. Εσκέφτηκα ότι πρέπει να περνούν δύσκολα, τζιαι οι μιτσιές αλλά τζιαι οι γονιοι. Εσκέφτηκα επίσης ίντα τραυματα εννα κουβαλούν ποννα μεγαλώσουν, εδιερωτήθηκα γιατί εχωρίσαν οι γοννιοί τους.

Στο στραφίν, πάλε έγινα μάρτυρας σε παρόμοιαν φάσην. Ενας παπάς έβαλλεν τα κοπελλούθκια του στο τρένο. Η κόρη ήταν αλώπως 15 χρονών, οπότε εν έθελεν συνοδεία τζιαι ο γυιος ήταν 10. Εστέκουνταν κοντά μας σαν επεριμέναμεν τζιαι επαρακολούθησα τους λλίον. Η κορούα ήταν μές την εφηβείαν, ότι της ελάλςν ο παπάς της εγύριζεν τα μμάθκια της, έμπαινεν του τζιαι απάνταν του τατσίζικα. Ο μιτσής εν ελάλεν τίποτε. «Πιάσμε τηλέφωνον μόλις φτάσετε» είπεν της τζιαι τζείνη απάντησεν του πίκρικα «α ναι; Αν θέλεις να το μάθεις έλα μαζίν μας!» Ο παπάς άρκεψεν να δικαιολογέιται, οτι ενι μπορεί ότι αύριον εννα πάει δουλειά, «αφού τα είπαμεν τόσες φορές αγάπη μου, κατάλαβε μας» «Όι εσυ να μας καταλάβεις!!!», άρρωσεν του η μιτσια. Ήρτεν το τρένον, ο μιτσής αγκάλιασεν τον παπάν του σφίχτα, η μιτσιά εν έθελεν να τον αγκαλιάσει. «Άήσμε!» είπεν του τζιαι εμπήκεν μες το τρένο, ενώ εμουρμούραν του αρφού της «τέλλιεωννε είπα σου, τάρασσε!». Ο παπάς τους επαρακολούθαν τους που το παράθυρον, είσιεν ενα ύφος πολλά λυπημένον. Επαρακολούθαν το πρόσωπον της κόρης του προβληματισμένος, σαννα έθελεν να καταλάβει τι της γίνεται. Τζείνη, ούτε εγύρισεν να τον δεί. Μόλις εξεκίνησεν το τρένον τζιαι εκάτσαν, ο μίτσης ετριβιτζιάζετουν, κάτι έθελεν. «Διάς μου τες κουφέττες;» λαλέι της, τζιαι τζείνη ολόισια άρρωσεν του να μεν της τα πρήζει καθε 2 λεπτά για να μεν φύει τζιαι να τον αφήκει μόνον του.

Μετά εκλαμουρήστηκεν τζιαι έκλαιεν ώσπου να φτάσουμεν.

10.10.11

Ghetto var 2

Σαν εφκαιννα που τον μπακκάλλην της γειτονιάς θωρώ 2 μιτσιους 7-8 χρονών να έρκουνται που το καντούνι τζιαι να φωνάζουν – του άφαντου πλέον εχθρού τους- κάτι που θα μεταφράζετουν σε  "μαννοσκατόπουσ***"!
Μπαίννω δυναμικά:
Π:Εγω Μ1:μιτσής1 Μ2 Μιτσης2
Π: ΕΕΕΕΠ! ΙΝΤΑ ΛΟΓΙΑ ΕΝ ΤΟΥΤΑ; ΕΝ ΜΙΛΟΥΜΕΝ ΕΤΣΙ!

Εκοντέψαν, τζιαι εκατάλαβα οτι πρέπει ναν τα κοπελλούθκια του Πακιστανου που έσιει το κόλσιοπ. Ολόισια εξεκινήσαν τες εξηγήσεις:

Μ1: αφού κύρια τζείνος άρκεψεν, έθελεν το yogi-oh μου... εν του το έδωκα τζιαι ετράβαν μου το
Π: γιατί εν του είπες οτι εν δικόν σου τζιαι ότι εν θελεις να του το δώκεις;
Μ2: Αφου μετα εκούντησεν τον!!!!! (πετάσσεται ο άλλος)
Μ1: Ναι τζιαι έθελεν να μου το πιάσει, ετράβαν μου το!!!!
Π: Καλάν εν ανάγκη να μιλάς έτσι σιόρ; Τζείνος ποννα σ’ακούσει ναμπον να σκέφτει για σας τζιαι τους γονείς σας; (κλασσικός άσσος στο μανίτζιν του τιμωρού-Ποστ η αναφορά στους γονείς)
Μ1: αφου τζείνος άρκεψεν έθελεν το yogi-oh μου τζιαι...
Π: Καλάν εν ανάγκη να τον πείς Πουστη; Εννα σου άρεσκεν να σου το ελάλεν τζείνος;
Μ1:...
Μ2: (πνίει τον άδικον) Ναι αλλά τζείνος είπεν μας γαμ... την μάν... μας!!!!! άμαν με ξιτιμάζουν ξιτιμάζω πίσω, άμαν με δέρουν δέρνω πίσω εντάξει!!! Εγω έτσι ξέρω!

Π:....
..... Τι να πείς τωρά;  Έσιει τα δίκαια του ο μιτσής. Ινταλως να επιβιώσουν μες τον δρόμον με τες ψευτοηθικες που μάχουμαι να τους πλασάρω;

Π: Έδερεν σας δηλαδή;
Μ2: Όι αλλά αν εσήκωννεν σιέριν είσιεν να τον...

Π: ναι, ναι καλάν... άτε πηέννετε σπίτιν τζιαι χώστε το μαυρογέριμον το yogi-oh να μεν τραβάτε προσοχή.
Μ2: Ντάξει. Γειά σου κυρία
Μ1: Γειά σου κυρία. Ευχαριστούμεν.

Επρόσεξα οτι οι μιτσιοι παρόλον που τους έκοψα φρέσκους του καυκά είχαν εναν αέραν ευγένιας ρε παιδίν μου, έναν σεβασμόν. Απάντουσαν μου κανονικά, τζιαι εθέλαν να εξηγήσουν ναμπο’γινεν.  Τζιαι είπαν μου τζιαι ευχαριστώ! Άλλα μωρά εμπόρεν τζιαι να με ξιτιμάσουν αν επεμβεννα.

Νομίζω το εντέλει το turn the other cheek εν θα σε φκάλει πουποτε στους δρομους της Κρυοχώρας... μάλλον το eye for an eye θα σου γιουτίσει!