Showing posts with label travelling. Show all posts
Showing posts with label travelling. Show all posts

6.9.11

καμ γουθ μι για να τη βρείς

Ντήαρ ανάγνωστερ ίντα νέα; Εισαστεν φρόνιμοι που έλειπα; Βουρω να θκιεβάσω τα νέα σας.

Έκλεισεν που λαλεις αισίως ο πρώτος γύρος διακοπών εις τας Ελλάδας, χώραν καταγωγής του αποδοιμητικού πουλλιού Σιαολίν. 17 μέρες είμασταν κάθε μέρα θάλασσαν. Την πρώτην εφτομάν εγέμωσα σπυρούθκια τζιαι τάτσες τζιαι ο Σιαολίν με την εξπερτίς μιας υπαλλήλου του μπιουτι λάιν, έστω του χόντος σέντερ, είπεν μου να παρετήσω τες αντηλιακές γιατι εν μαλακία "μετά το δέρμα ξεχνάει πως να αμύνεται στον ήλιο, κατάλαβες; άσε που δεν παράγει και λάδι (λάιν καλόν;) απο μόνο του και περιμένει να του βάλεις κρέμες!".

Εκρώστηκα του τζιαι εφήαν τα σπυρκα τζιαι οι τάτσες εκαλυφτήκαν που το σριλανκέ χρώμα παττιχάρη που έκαμεν τα δονγκια μου να ασπρισουν τρελλά. Μπλήτσινγκ τζιαι πελλάρες.

Κάθε νύχτα η μάνα του Σιαολίν εστρωννεν μας τραπέζια με ψάρκα τζιαι χταπόθκια που έφκαλλεν το άντρας της με το ψαροτούφεκκόν, τζιαι σαλάτες με χόρτα που τον κήπον τους. Ηταν μέλιν το φαϊν, αλλά όσον τζιαι να εστοτσιάζαμεν «δεν τρώτε τίποτα παιδιά μου» ήταν το αιώνιον παράπονον της. Ο Τζύρης του επίττωννεν μας κάθε νύχτα με το κρασίν του γείτονα που ήταν ενα σπιτικόν μερλό με καμπερνέτ, αλλά πολλά ελαφρύν, τζιαι ελάλεν μας τα δικά του. Επρόσεξα ότι άμμαν εμίλαν για κάτι που εθεώρεν σημαντικόν, π.χ. το παναϋριν του χωρκού του, εγύριζεν το στες καθαρεύουσες «βέεεεεεβαια, έρχονται και τραγουσταί, οργανοπαίχται...».

Η βαθκιά μας χαλάρωση εδιακόπηκεν που ενα 3ήμερο τρελλό ξεφάντωμα με αφορμή τα «γαμίσια» (εκάταλαβες εσυ, γάμος τζιαι βαφτίσια σε ένα – η Ορθοδοξία μας πάει, χάνεται, η μοιχεία καλπάζει!) καλών μας φίλων που εγίναν δίπλα που τη θάλασσαν.

Γενικά μπορώ να πώ ότι είμαι η γεννημένη χωρκάτισσα, περίεργον το πώς εβρέθηκα να ζιώ σε σε σούπερ βιομηχανική πόλη. Η ζωή στο χωρκόν εν μέλιν.

Καταρχάς για να φκάλεις τα προς το ζείν πρέπει μόνον να κάθεσαι στην βεράνταν: έρκεται ο ένας φέρνει καρπούζιν.
 Έρκεται ο άλλος φέρνει σύκα.
 Έρκεται η γειτόνισσα φέρνει πίττες.
Ερκουνται τα φαγιά τζιαι βρίσκουν σε! Τι άλλον θέλεις;

Που το μπαλκόνι που πίνεις το φραπέ σου το πρωίν ακούεις τα ευστοχα ερωτήματα των μωρών της γειτόνισσας «μαμά, ύπαρχει γάτα που κάνει ποδήλατο;» την απάντησην εν την ακούεις, γιατί η μάνα του εν μες την κουζίναν τζιαι σπάζεις να την μάθεις τζιαι έρκεται αλλό μια ερώτηση να σε πελλάνει «ύπαρχει γατα που πίνει μπύρες;». Μετά περνά η 3χρονη κόρη του άλλου γείτον, που εν σε ξέρει αλλά θέλει να μοιραστέι μαζί σου τον θρίαμβον του «εγω σήμερα κοιμήθηκα μόνηηηη μού!».

Εν τω μεταξυ το ηχιτικό σκηνικό να περιέχει 18ούρες, πατεινούς, σσιυλλούς τζιαι τον θκειόν τον Θοδωρήν που δίπλα να καθαρίζει τες ρέχχες –ελλινιστί χλέπες- του. Τούτον ούλλον διακόφκεται βέβαια που τους πλανώδιους : «Καρπούζα και πεπόοοοονιαααα», «γλυκέεεες πατάαατες» και τα λοιπά. Εχω την εντύπωσην οτι για να φκάλεις άδεια να πουλάς στα χωρκά πρέπει να κάμεις ειδικά μαθήματα φωνητικής για να πετυχαίνεις την μάγκικην φωνη Darth Vader που έχουν ούλλοι οι πλανώδιοι.

Όπως πέρσι εξιχόρτισα το χωράφιν που γλυστιρίες, μα να μεν τες τρώσειν; Βλαστούν μόνες τους τζιαι θεωρούν τες βάσανον, σαν την έρκαστην. Που ήσουν Ινβίκτους να φάμεν κουτσια;

Ο Σιαολός εμπήκεν που λαλείς μιαν φοράν με ψαροτούφεκκον, έφκαλεν 2 χταπόθκια δίχως να τα παίξει τζιαι μέτα ελευθέρωσεν τα πάλε γιατι εφανήκαν του μιτσια: «μαλακία δεν είναι τώρα να τα βγάλω; Παιδάκια είναι!». Άσε που έφκαλεν τζιαι επιστημονική – βιολογική θεωρίαν για την κοινωνική συμπεριφοράν της λαπίνας που «για να έχει πάντα 2 μεγάλες μπροστά και 2 μικρές πίσω, οικογένεια θα είναι ρε γαμώτο, κρίμα δεν είναι να τις ορφανέψω; Τις λυπάμαι!». Φυσικά οπου εχάριζεν την ζωήν ο Σιαολός εκτελούσεν ο παπάς του, ψαροτουφεκκάς που τους παλιούς, μιαν φοράν εμπήκεν τζιαι έφκαλεν 22 (καλά άκουσες) χταποθκια χτηνάτζια. Εσυνάχτήκαμεν ούλλοι να τα φατζίησουμεν στους βράχους, αλλά εγω εν εκύαρα ελύπηθηκα τα. Μετά ανταποδώσαμεν τα καρπούζια τζιαι τες πίττες στους γείτονες με χταπόθκια. Ο Παπας-Σιαολίν μάλιστα έδωκεν τζιαι 4 σε κάτι Αλβάνους χτίστες «πάρτε παιδιά να πιειτε κανα τσιπουράκι στην υγειά μας». Μετά εξαναστραφηκεν για να βεβαιωθεί «τσιπουράκι έχετε ή να φέρω;». Εννα κάμει ούλλον τον κόσμον αλκοολικόν χαρκούμαι.

Αυτά τα χάιλαιτς των διακοπών. Σε καμιά 10αρκάν ημέρες έχω τον δευτερον γύρον στα πάτρια εδάφη.

30.8.11

Intermezzo diakopwn

Fail:
na fatsisw xtapodi sto vraxon. ekwlwsa.
Sto fain omws en tha kolwsw.

Success:
kavatzin tziai koutroumbell sto neron.
Itan theiki alla nomizw etaraksen h lekani mou.

3.3.11

Lisboeta por pouco

Έλα να σε πάρω γυρό στη Λισσαβόνα...









28.2.11

Γιολλάρει με τον χαβάν της

Φακκά μου να ακούω κόσμον να παραπονιέται για το φαϊν του αεροπλάνου. Αφου εν επήες για να φάεις σιόρ, επήες για να σε μεταφερούν. Άρα το φαίν είναι ένα ευπρόσδεκτο φασίλιτι, εννε; Εγω έμαθα να έχω πάντα σαντουιτσούιν μαζίν μου, γιατί αν καρτερώ που τες αερογραμμές, που είπαμεν οτι εν καρτερώ, εννα μείνω νηστιτζή, Αλλα σήμερα, για δεύτερην φοράν η τέρκισέαρλαινς εξέπληξε με ευχάριστα!

Το πάνω αριστερά τετράγωνον κουτούιν είσιεν το ορεκτικό. Τζιαμέ που συνήθως βρίσκεις σαλάταν κομμένη που πρίν να ανοίξουν τα οδοφράγματα, σήμερα είσιεν φασόλια γιαχνί! Μάλιστα! Τζιαι όι οτι τζ’ότι α! barbun fasulye με το ναμί. Γιαχνίν ορίτζιναλ με το τρίπτυχο της επιτυχίας πατατούα-σελλενούι-καροττούιν. ΄Hταν έναν μέλιν.
Περνούμε στο μέρος κάτω αριστερά του δίσκου, στο ψωμούιν. Βραστόν τζιαι μαλακόν, δηλαδίς εφωναζεν σου «βούττα με στα φασόόόόλια yavrum benim, haidi gayret!».

Μπαίνουμεν στο ψητό, πρώτο τραπεζάκι πίστα στη μέση του δίσκου: Πουκάτω που το ασημόχαρτον ενα δισκούιν αχνιστόν με 1 μπιφτεκούιν στη μέση, της ράτσας köfte, ζουμερό, εκ αριστερών αυτού μελιτζανούα, πάλε γιαχνί, λαδερούα με σκορτίν, τύπου cok patlican, τζιαι εκ δεξιών ππελαφούιν ρύζι τύπου cok pilav! Αλλο λλίον να γλύψω το δισκούιν!

Το τετράγωνο κουτούιν πάνω δεξία είσιεν ενα κομματούιν σιαμαλι, μπόρει τζιαι ρεβανί, εννα σε γελάσω, εν το έφαα για να μεν χαλάσω την γευσήν της μελιτζανούας.

Άφεριμ τέρκισέαρλαινς γιου μέιντ μα ντέι!

Διπλά μου εκαθετουν ενας νεαρός, με ένα τεραααάστιο μαυράκι στο λαιμό που μου εμιτσοκάμμαν συνέχεια τζιαι εψυθίριζεν μου „go ahead, put an end to this, set me free!“. Eσκέφτηκα να το κάμω την ώραν που ο μάστρος του εκοφκεν κουρούιν, αλλά εκόλωσα.... καλάν εντάξει ανεκατσιασα η αλήθκεια.

Να μεν σου τα πολυλογώ, εν θα δώ τίποτες που την Πόλη. Η μόνη χαρά εν να εξασκώ τα κουτσά μου τούρτζικα τζιαι να προκαλώ φιλοφρονήσεις που ταξιτζίες τζιαι πωλητές.

Το μόνο πο’ννα μου μείνει ενναν εναν άης τή του μίνιμπαρ τζιαι τούτη η θέα. Ο τόνος πάει της στο α.


21.2.11

Η μοίρα μου / Meu fado

fado, o: η μοίρα, το πεπρωμένο. λατ.: fatum.

Μόλις εστράφηκα που την μελαγχολική Πορτογαλλία. Ακουστε νάκκον φάντου να μελαγχόλησετε τζιαι' σεις ώστε να έβρω αθκειάσην να σας βάλω καμιά φωτογραφία της πανσέληνου στην Λισσαβώνα.


Mariza - Meu Fado - 2005

Κατάυτης βάλλω σας την τούντην κορούν να την ακούσετε, εν προϊόν των πρώην αποικιών.

25.1.11

Historia de un amor - the end (ή το πώς εξέπέρασα εναν στερεότυπο τζιαι έφυα πικραμένη που την Αιγύπτον)

H δευτερη μέρα επέρασεν ωραία, με μπάνια τζιαι βουθκιές στον απίστευτον βυθό με τον συμμαθητήν τζιαι την νέαν του φιλανάδαν. Τζιαι με την έννοιαν του Χριστού, αν θα περάσει, αν θα με δεί, αν θα τον δώ.
Στο κάμπιγκ επικρατούσεν μια μεγάλη ηρεμία, χαραχτηριστική της περιοχής. Για κάποιον λόγον εγώ ήμουν λλίον ανησυχη.  Το απόγευμαν σαν εκάθουμουν πας την παραλίαν ήρτεν μια βεδουίνα να πουλήσει βρασιολούθκια. ¨Ηταν μεγάλη σε ηλικία, μπορεί τζιαι 70 τζιαι εκάπνιζεν συνέχειαν κάτω που τον φερετζέν της. Εφόρεν ρούχα μαύρα, όπως ούλλες, τα ρούχα της τζιαι το τσιεμπέριν της ήταν κεντιμένα με φούξια τζιαι κίτρινο σε σταυροβελοννιαν. Ήταν γεμάτη βρασιόλια τζιαι δαχτυλίθκια χρυσα. Την ώραν που εσήκωννεν τον φερετζέν της να καπνίσει είδα το στόμαν της, εν είσιεν τζιαι πολλά δονγκια. Ο Χασάν είπεν μου οτι «τούτη, όπως την θωρεις, έσιει άντραν νέον». Ήταν ακούεις σιηράτη, τζιαι για κάποιαν παράδοσην των βεδουίνων που εν επολλοκατάλαβα, εξαναπαντρέψαν την με έναν νέο, 30 χρόνια πιο μιτσήν της. Νομίζω ότι άμαν μείνει μια γεναίκα σιηράτη πρέπει κάποιος άλλος που την φυλήν να την πάρει, κάτι έτσι ήταν. Ο Χασάν είπεν μάλιστα οτι ήταν πλούσια.

Παρόλον που στην παραλίαν ο κόσμος ήταν ημίγυμνος με τα μαγιώ του εμφάνιζουνταν τζιαι ντόπιοι, όπως τουντην κοτζάκαρην τζιαι έναν άλλον που έρκετουν με τον γύιον του πάς την καμήλαν τζιαι εχρεώναν καμιάν λίρα για να σε πάρουν γυρόν. Ο γυιός του θα ήταν 13 – 14 χρονών, είσιεν το κλασσικόν μουστακουίν-χνούδιν της ηλικιάς. Ηταν κωφάλαλος αλλά εσυνεννοάτουν με καποιου είδους σάιν λανγκουείτζ με τον παπάν του. Ο Χασάν, ειπεν οτι επείδη έχουν πολλούς κωφάλαλους οι Βεδουίνοι ξέρουν ούλλοι σάιν λανγκουέιτζ. Επείδη παίζει πολλή αιμομιξία γεννιουνται πολλά μωρά τυφλά, κωφάλαλα τζιαι με πνευματική καθυστέρησην, αλλα απ’ότι είπεν, εν πλήρως ενταγμένα στο κοινωνικό σύνολο.
Εν πάσει περιπτώση, εγω αντρέπουμουν τους ντόπιους τζιαι εντυνουμουν άμαν τους εθώρουν.

Μόλις άρκεψεν να πέφτει ο ήλιος, τζιαι εγω εσυναα τα πράματα μου που την παραλίαν είδα τον «Χριστόν» να έρκεται κατα πάνω μου με το σσιηλλουιν. Είπεν μου οτι σε λλίον εννα πάει να φάει, τζιαι αν θέλω να φάμεν μαζίν. Ο συμμαθητής επετάχτηκεν οτι εν καλή ιδέα, να φάμεν ούλλοι μαζίν τζιαι εδώκαμεν ραντεβού σε μιαν ώραν στο κέντρον. Παρόλον που ήταν να πάμεν μαζίν ούλλη η παρέα εγω ενιωθα παντες τζιαι είχαμεν ραντεβού, τζιαι εφορησα τζιαι τα καθαρά μου ρούχα για να πάω. Στην αυλήν του κεντρου αρκέψαν να συνάουνται οι πεινασμένοι. Ο «χριστός επρότεινεν να πιάμεν το φαίν μας τζιαι να κάτσουμεν ούλλοι μαζίν στην παραλία να φάμεν, χωρίς τα φώτα που τες λάμπες του κέντρου. Επιάσαμεν το φαίν μας, 2-3 τζερκά τζιαι εστροτζυλοκάτσαμεν στην παραλίαν να φάμεν. Ηταν μια νύχτα γλυτζιά, όμορφη. Ο ουρανός γεμάτος αστέρκα, όπως πάντα στην έρημον, τζιαι εφύσαν εναν δροσερόν αερούιν. Εφάαμεν ούλλοι μαζίν τζιαι ελαλούσαμεν ιστορίες, ο κάθε ένας τα δικά του. Που το κέντρον ακουουνταν οι φωνές του κόσμου τζιαι κάπου κάπου τζιαι μουσικές, πότε μια κιθάρα, πότε εναν τραούδιν που κασεττόφωνον. Ο Χριστός εκάθετουν δίπλα μου τζιαι χωρίς να κάμνει πολλά επρόσεχεν με, να είμαι άνετα, να μεν κρυώσω, ‘ακουεν με με προσοχήν τζιαι εγέλαν με τα αστεία μου. Εγώ αππωμένη, εκρέμμουμουν που πας τα σιείλη του, αλλά επροσπάθουν να μεν το δείξω, ποιός ξέρει γιατί. Τούτη η ηλίθια μανία του να μεν δείξεις του άλλου οτι τον γουστάρεις. Γιατί; Αλώπως ήταν της ηλικίας.

Τζιαι έτσι όπως εκαθούμαστεν τζιαμέ τζιαι ακούαμεν το κύμμαν, τζιαι εγώ ήμουν συγκεντρωμένη να νιώσω πότε ο «Χριστός» εννα μου τζείσει –κατα λάθος τάχα- πας το σιέριν, άξιππα, για κλάσματα δευτερολέπτου, έλαμψεν ο ουρανός τζιαι έφεξεν, παντες τζιαι ήταν μέρα. Επιάστηκεν η καρδία μου. «Παιθκιά είδετε το;» ερώτησα την παρέα. «Ειδαμεν τι;» Απάντησεν ο συμμαθητής τζιαι πρίν να τελειώσει την κουβέντα του ακούστηκεν μια μεγάλη έκρηξη. Ξαφνικά ούλλες οι φώνες του καμπιγκ εσιωπήσαν. «Τι εν τούτον;» ερώτησα. Τζιαι αρκέψαν οι εικασίες. Ο Άσαφ είπεν οτι σίουρα εκρέπαρεν καμια μποτίλια του γκαζιου στον καταυλισμόν των Βεδουίνων, συχνόν φαινομένο απ’ ότι είπεν. Κάποις είπεν την λέξην πόμπα, αλλά αποκλείσαμεν το αμέσως.  Εδέχτηκαμεν ούλλοι την εξήγησην της μποτίλιας του γκαζιού με ευγνωμοσύνη. Τζιαι τζιαμέ που επήεννεν ή ατμόσφαιρα να έβρει τα ίσια της, που αρκέψαμεν να μιλούμεν τζιαι να γελούμεν, πάλε το ίδιον: ο ουράνος έλαμψεν τζιαι μερικά δευτερόλεπτα μετά ακούστηκεν η έκρηξη. Πκιόν αρκέψαμεν να ανυσηχούμεν τζιαι επήαμεν πάνω στο κέντρον, να ρωτήσουμεν εν έξερεν κανένας τίποτε. Στο κέντρον επικρατούσεν ενας φός. Κόσμος να μιλά, να φωνάζει, τζιαι ούλλοι να διερωτούνται τι έγινε. Στο κάμπινγκ τα κινητά εν επιανναν, έπρεπε να περπατήσεις κανέναν χιλιόμετρον για να πκιάεις σήμαν τζιαι κάποιοι εφύαν να παν να έβρουν σήμα.

Παρόλον που ήμασταν στον δίπλα κόλπο που την «κκελλέν του θκιαόλου» επήρεν μαν μιάν ώραν να μάθουμεν τι έγινε: Πόμπες στο κάμπιγκ του Ρας ελ Σιειττάν. Αν είσιεν νεκρούς εν έμαθαμεν. Μετα που λλίον εμάθαμεν οτι είσιεν τζι’ αλλην πόμπα στη Τάμπα, στο Χίλτον. Πάλε κανένας εν έξερεν πόσους νεκρούς είσιεν. Αμέσως ο νούς μου επήεν στους νιόπαντρους που με εσώσαν την προηγούμενην. Εννα επιβιώσαν; Επιαέν με έναν αγχος, πρέπει να έτρεμα. Ο «Χριστός ερώτησεν με αν είμαι καλά. Είπα του την ιστορία με τους νιόπαντρους. Είπε μου να μεν ανυσηχώ, σίουρα εν επάθαν τίποτε. Τζείνος ήταν απίστευτα ήρεμος. Σάννα τζιαι εν τον εντυπωσίασεν το γεγονός. Ερώτησα τον πως μπορέι να εν τόσον ήρεμος.  Είπεν μου „ I come from Israel, remember? We are actually waiting for this to happen“. Τζιαι εχαμογέλασεν μου λυπημένος. Eνιωσα τόσον απαίσια τζείντην ώραν. Ένιωσα βλάκας. Ένιωσα κακομαθημένη που εν είχα ποττέ μου τούτον τον κύνδινον. Ένιωσα σκατά που εκατηγόρησα τούντον κόσμον, για πολιτικές έννοιες που καλά καλά εν εκαταλάβαινα.

Η Ταμάρα ήταν σε κατάστασην πανικού τζιαι έκλαιεν. Είσιεν πεί του παπά της ψέματα, ότι ήταν να πάει στο Ελάτ για το τριήμερο, μέσα στα σύνορα του ισραήλ. Εν την αφήναν οι γονέις της να πάει στο Σινά, για τούτον ακριβώς τον λόγον. Είπεν μας οτι εννα φάει ξύλον ποννα πάει πίσω. Ελιωσεν την η μίλλα μου.  Έπρεπεν να τους τηλεφωνήσει, αλλά η ίδια εν είσιεν κινητόν. Επρότεινα της να πάμεν στην άκρη του κάμπιγκ που είσιεν σήμαν τζιαι να τηλεφωνήσει με το καρτοκινητόν μου τους γονείς της, είχαν μου μείνει λλίες μονάδες. Τρεμοντα επήρα την Ταμάραν στην νάκραν του κάμπιγκ, σκοτεινά θεοσκοτεινα, τζιαι θκυο μας φοιτσιασμένες του σκότους. Ο παπάς της εφώναζεν της ώσπου να λείψουν οι μονάδες. Όλως παραδόξως η Ταμάρα ηρέμησεν μόλις έκλεισεν. Είπεν την αλήθκειαν τζιαι εδέχτηκεν το κακόν που την επέριμενεν στο Τελαβίβ. Σαν είμαστεν ακόμα τζιαμέ, εχτύπησεν το τηλέφωνον μου, ενας φίλος που το Κάιρο που το άκουσεν στε νέα τζιαι ετήλεφώνησεν να δεί αν ζιώ. Επαρακάλεσα τον να πιάσει τηλέφωνο σπίτιν μου τζιαι να πεί των γονιών μου ότι είμαι στην Αλεξάνδρια, στην άλλην άκρην της χώρας τζιαι παραθερίζω, για να μεν ανυσηχούν. Επήαμεν πίσω στο κέντρον. Ούλλοι έιχαν πλέον μαζευτεί τζιαμέ τζιαι εσυζητούσαν έντονα. Κάποιος εφερεν τα μαντάτα οτι εν η αλ κάιντα που έβαλεν τες πόμπες, τζιαι ότι το Ισραήλ ήταν να έσιει λεωφορέια στα σύνορα το επόμενον, για να τους πάρει πίσω.

Τα χαράματα κουρασμένοι ούλλοι πκιόν, ετζοιμηθηκαμεν στο κέντρον. Κανένας εν είπεν να μείνουμεν στο κέντρον, κανένας εν ανάλαβεν οργάνωσην. Χώρις καμία συννενόησην εμείναμεν ούλλοι μαζίν. Κανένας εν έθελεν να πάει στην καλύφαν του μόνος του στα σκοτεινά. Τζιαι έτσι, 50 πλάσματα ετζοιμηθήκαμεν δίπλα δίπλα πας τα κκίλιμια της αυλής του κέντρου.  Επήρεν με ο ύπνος σιερκές με τον «Χριστόν».
Μόλις εξημέρωσεν οι Ισραηλίτες αρκέψαν να συνάουν τα πράματα τους για να κατευθυνθούν προς τα σύνορα, όπου η Ισραηλίτικη κυβέρνηση είσιεν στέιλει τα λεφορέια να τους παραλάβουν. Εξύπνησεν μας το καρκασιαλλίκκιν. Πρίν την καλημέραν ερώτησα τον Χριστόν αν θα φύει. Είπεν μου οτι εν θα πάει αμέσως. «Εν τζιαι εν επειδή εφώναξεν η κυβέρνηση εννα βουρήσω» ειπεν μου. «Εννα μείνω, πόμπες έσιει τζιαι στο Ισραήλ». Ενιωσα ανακούφισην.
O συμμαθητής εκράταν την Ταμάρα σφιχτά τζιαι εποσιερέταν την. Ανταλλάσσαν κουβέντες των διακοπών: ήμειλ, ναι εν θα χαθούμεν, εννα ρτω Ισραήλ να σε έβρω μπλα μπλα. Τα κλασσικά, που σχεδόν ποττέ εν ισχύουν. Εμείς εννα εμεινίσκαμεν ωσπου να ηρέμησει η κατάσταση, εν ήταν καλή ιδέα να σιονωστούμεν μες τους δρόμους, σαν ήταν γεμάτοι στρατό τζιαι αστυνομία.

Ως το μεσημέριν το κάμπιγκ εφκιέρωσεν. Εμείναν πίσω τα σακκουλλούθκια χόρτον που αφήκαν ορισμένοι πίσω τους: ο καθένας άφηκεν το μπροστά που την καλύφαν του, για να μεν το πετάξει, για να το έβρει ο επόμενος. Επέριμενεν τους εξονυχιστικός έλεγχος στα σύνορα, εν εσυμφερεν να κουβαλούν ουσίες, ειδίκα σε μιαν χώραν που την δημοκρατίαν έσιει την μόνον ακουστά.

Ο Χασάν τζιαι η ομάδα του καμπινγκ εκλαίαν. Ο βομβαρδισμός εσήμενεν το τέλος του καμπιγκ. Ποιός ξέρει πόσονς τζιαιρός ήταν να περάσει ωστε να ξιφοηθούν οι Ισραηλίτες τζιαι να’ ρτουν να αφήκουν τα λεφτά τους στο Σινά. Οι μισοί υπαλλήλοι επιάαν τα πράματα τους τζιαι εφύαν. Τζιαι ετσί εμείναμεν περίπου 10 άτομα, να θωρούμεν τα συντρίμια. Το μόνο πράμαν που εθθύμιζεν ομαλότηταν ήταν ο σειχής. Οι υπαλληλοι του κάμπιγκ – όσοι εμείναν- εσυνάχτηκαν γυρόν του, εζητουσαν συμβουλές, ευλογίες, ποιός ξέρει. Μετά επροσευχηθήκαν ούλλοι μαζίν.

Επέρασαμεν την τελευταίαν ημέραν σε καταθλιψην. Μόνον η μπρουχίτα είσιεν ξιάσει τον φόν της πόμπας τζιαι έθελεν να παίξει. Εγω τζιαι ο Χριστός, κολλημένοι ουλλοι η μέρα ο ένας δίπλα που τον άλλον, χωρίς να μιλούμεν, εν είσιεν τίποτε να πούμεν. Ο καθένας χαμένος στες σκέψεις του, θλιμμένος. Τζείνον το συναίσθημαν ονόμασα το εκ των υστέρων the post-bombing blues.

Την νυχταν ο παρέας του Χριστού εμφάνισεν μιαν μπουκάλα ρούμιν που είσιεν χωσμένην. Ακούεται απίστευτον, αλλά στο Σινά το αλκοόλ θεωρείται σιειρόττερο που το χόρτον. Στο κάμπινγκ εν είσιεν ούτε για δείγμαν.Ήρτεν μας μέλιν. Πινιάν πας την πιννιάν εγίναμεν ούλλοι κομμάθκια πας την παραλίαν. Ο Χασάν ήρτεν να μας πεί οτι την επόμενην το κάμπινγκ ήταν να κλέισει, τζιαι έπρεπεν να φύουμεν όταν εξημέρωννεν.

Οταν εμέιναμεν μόνοι μας, ερώτησα τον «Χριστόν» ναμπου ήταν να κάμει ποδά τζιαι δά. Εν έξερεν να μου πεί. Εγεμώσαν τα μμάθκια του, σαν το καθρέυτην αμέσως τζιαι τα δικά μου, αγγάλιασεν με τζιαι εξαπολήσαμεν το νευρόν τζιαι το σόκ μας τζιαι οι θκυό σε έναν κλαμαν δυνάμενον, που εκατάληξε σε εναν φιλίν ούλλον νευρον τζιαι δάκρυα. Ωσπου τζιαι επήρεν μας ο ύπνος, τζείνος γλυτζής μετα που γερόν κλάμαν. Την άλλην ημέραν ανταλλάξαμεν τα κλασσικά: δως μου το ήμειλ σου,έλα το δικόν μου, ναι, εν θα χαθούμεν, εννα ρτω να σε έβρω, τζιαι'γω. 
Τζιαι έτσι εχωρίσαμεν.

Μετά που εναν ατέλιωτον ταξίδιν, σε εναν μίνιμπας γεμάτον εργάτες που μαζίν με τες πόμπες εχάσαν την δουλειαν τους με ελέγχους που αστυνομία τζιαι στρατό κάθε μισήν ώραν εφτάσαμεν χαράματα στο Καίρον. Μετά που 12 μέρες – όσες εχρειάζουμουν για να τα διπλώσω ούλλα- εφύα πρόορα που την Αιγυπτόν. Μετά που τούτον που έγινεν εν έθελα να είμαι άλλον τζιαμαί. Εν εφοήθηκα πόμπες, ούτε φασαρίες, αλλά έξερα, οτι η πικρή γευση εν εσάζετουν με τίποτε. Τζιαι έτσι πικραμένη, λυπημένη σαντανωμένη τζιαι μες τα post-bombing blues μου ερωτευμένη, έφυα.

Μετα που λλίους μήνες έπιασα ήμειλ που τον Καναδάν. Ο Χασάν εκατάφερεν τα, έπιασεν πολιτικόν άσυλο. Αντάλλαξα τζιαι 3-4 ήμειλ με τον Χριστόν. Τζαιαι οι θκυό επροσποιόυμαστεν οτι εν έγινεν οτι έγινεν. Μετα εχαθήκαμεν, μετα που κανέναν χρόνον που του έγραψα τα ήμειλ ερκουνταν πίσω. Ποιος ξέρει ναμπου απέγινεν ο «Χριστός».
Τζιαι έμεινα έτσι, δίχως να του πω remember the Sinai bombing? I fell in love with you then.

- ΤΕΛΟΣ -

 *************************************************************************
Ντήαρ ανάγνωστερ, ξέρω το εν σε έχω μαθημένο σε έτσι ιστορίες. Εν την έγραψα για να μου πείς μπράβο ούτε γουάο. Εγραψα την για να μεν την ξιάσω. Ευχαριστω που επόμεινες τα πόστ-σεντόνια τζιαι εθκιέβασες την.
Ατε, που αύριον πελλάρες πάλε, κανεί σοβαρά.

23.1.11

Historia de un amor II (ή το πώς εξέπέρασα εναν στερεότυπο τζιαι έφυα πικραμένη που την Αιγύπτον)


Εμπήκα στο κάμπιγκ απόγευμαν. Εκαλοσώρισεν με ο Χασάν ο Σουδανός που εδούλευκεν τζιαμέ. Έξερα τον που την προηγούμενην φοράν που επήα. Είπεν μου οτι ήβρεν τρόπον να πάει στον Καναδάν, έλαμπεν ολόκληρος μες τα παλιόρουχα του, όπως μου ελάλεν για τον Κανάδαν τα μμάθκια του εφκάλλαν αζίνες. Οι γονιοι του επεθάναν σε φασαρίες στο Σουδάν, τζιαι είσειν τζιαι τζείνος, όπως τόσοι άλλοι, το όνειρον του πολιτικού ασύλου στον Καναδάν, την γή της επαγγελίας. Τζιαι ώσπου να έβρει την άκρην εδούλευκεν στο κάμπιγκ. Χωρις διαβατήριον, χωρίς βίζαν.

Το κάμπιγκ ήταν απλώμενον σε έναν κόλπον της Ερυθράς θάλασσας. Μπρόστα η θάλασσα τζιαι στο βάθος η Σαουδική Αραβία. Είσιεν μια σειράν παράγκες χτισμένες με καλάμια τζιαι έναν κέντρον. Το κέντρον του κάμπιγκ, ήταν μια παράγκα με μεγάλην αυλήν στρωμένη κιλίμια υφαντά τζιαι μαξιλάρκα χρωματιστα.  Οταν έφτασα ήταν οφκερον, ο κόσμος ήταν λυμένος της πυράς τζιαι του φτηνου ντοπιου χόρτου, του «μπάνγκο», πας στην παραλία. Επλήρωσα για τες πρώτες 2 νύχτες, κάπου 1 ευρώ, τζιαι ο Χασάν έδωκεν μου τα τερκαστά μου: εναν ρολόν χαρτίν τουαλέττας τζιαι μιαν μπουκάλλαν του νερού κομμένη που την μέση με άμμον μέσα τζιαι εναν τζιερίν για φώς. Ρευμαν είσιεν που τες 8 ως τες 10 το βράδυ μόνον στο κέντρον. Ήπεν μου οτι η ώρα 8 ήταν να αναψουν την γεννητρια τζιαι να σερβίρουν το φαίν τζιαι να ρτω να φάω γιατι σήμερα είσιεν ψάριν φρέσκον. Ενα φάιν είσιεν καθε μέρα τζιαι ερερβίρετουν με πίττες τζιαι τασιήν.

 Έκατσα να πιώ εναν τσιαίν πριν να γυρέψω τον συμμαθητήν. Στν αυλήν εκάθετουν ο «σεϊχης» στην ίδιαν γωνιάν που την είχα αφήκει πριν 2 μήνες που είχα ξαναπάει. Ήταν ένας γέρος βεδουίνος, με μαλιά τζιαι γένια άσπρα  σιόνι με μιαν τζιελλαπίαν άσπρην τζιαι τουρμπάνιν λιλά, το χρώμαν της φύλης της περιοχής, στην οποίαν άνοικεν. Ο σείχης έξερεν το κοράνιν πόξω τζιαι γαιυτόν ούλλοι εσέβουνταν τον, είχαν τον για άγιον, για σοφόν. Ερκετουν στο κάμπιγκ το πρωίν τζιαι έφευκεν την νύχταν. Εκάθετουν στη σκιά τζιαι εθκιέβαζεν το κοράνι ούλλη μέρα. Ούλλοι επεριποιούνταν τον, εδιούσαν του φαίν τζιαι τσιάιν μούχτιν, με αντάλλαγμαν την ευλογίαν του. Ηταν σαν ενα μέρος του ντεκόρ. Εν εκατάλαβα ποττέ όμως γιατί εκάθετουν στο κάμπιγκ που εγίνουνταν «αμαρτίες». Εισιεν πανέμορφες Ισραηλίτισσες, γενετικά κοκτέιλ που τες 7 γωνιές του κόσμου, με δερματα χρυσά τζιαι μαθκια πράσινα που εκυκλοφορούσαν με τα μπικίνι τους ούλλη μέρα τζιαι λεβέντες μαλλιάες που επνίαν τα τραυματα της στρατιωτικής θητείας σε τσιγάρα ύποπτα τζιαι ετραουδούσαν τραουθκια ούλλον νευρον. Γιατί ο σείχης εθκιάλεεν να εν τζιαμέ ανάμεσα στους «άπιστους» αμαρτωλούς εν εκατάλαβα ποττέ. Ο Χασάν είπεν οτι η γή ήταν της οικογένειας του για αιώνες τζιαι γιαυτόν έρκετουν κάθε μέρα. Εγώ ήμουν σίουρη οτι ήταν τζιαι για τες καλλονές με τα μπικίνι. ‘Ημαρτον μου. Στην άλλη άκρην εκάθέτουν ένας νεαρός τζιαι εθκιέβαζεν εναν βιβλίον Εβραικόν. Ήταν όμορφος, χωρίς ναν όμορφος. Αξιούριστος, με μακρυά καστανά μαλλιά. Μάθκια μελισσιά, επερυτριγίριζεν τον μια γλύκα τζιαι μια μελαγχολία... εσκεφτηκα ότι μοιάζει του Χριστού. Ενιωσεν με να τον θωρώ τζιαι εδίκλισεν πάνω που το βιβλιον του, εχαμογέλασα τζιαι αμήχανα άναψα τσιγάρον, αντράπηκα.

Μετα που λλίον ήρτεν τζιαι ο συμμαθητής μου, καμένος του ήλιου τζιαι ξιπετσισμένος, βρεμένος της θάλασσας με μιαν ντροπαλήν ομορφούαν με φακίδες τζιαι μμάθκια κατάμαυρα. Η Ταμάρα, 19 χρονών που το Τελαβίβ, ήρτεν για το τριήμερον. Ο συμμαθήτης ετσιμπίθηκεν μαζιν της τζιαι αππώνετουν. Ήταν Γάλλος, με μάνα μεξικάνα τζιαι τζύρην αμερικάνο. Εξερεν τζιαι τες τρείς γλώσσες άπταιστα, τζιαι ανάλογα ποιάν εμίλαν εγίνετουν άλλος. Επροτίμουν να του μιλώ στα Ισπανικα, τους άλλους θκυο μέσα του εν τους επολλοπήεννα. Eννοείται ότι με την κορούν έφκαλλεν πολλά τον Γάλλον, αλλά τζείνης άρεσκεν της. Ο συμμαθητής είπεν μου οτι προτιμά να μεν πάμεν στην «κκελλέν του θκιαόλου» θέλει να μείνει τζιαμέ τζιαι εμιτσοκάμμισεν μου. Εσυμφώνησα αμέσως, αφου είσιεν μου πεί ο ταξιτζής οτι το κάμπιγκ τζέινον εν είσιεν νερόν. Μέτα που την περιπέτιεαν του ταξιθκιού εν έθελα να βουρώ πάλε.

Το απόγευμαν επέρασα το στην παραλίαν τζιαι την νύχταν που εσυναχτήκαμεν ούλλοι να φάμεν τσην αυλήν εγύρευκα με το μμάτιν τον «Χριστόν», αλλά εν τον είδα. Το κέντρον ήταν γεμάτον με Ισραηλίτες νεαρούς, αν τζιαι είσιεν τζιαι μερικούς πιο μεγαλους, που το ντύσιμον τους τζιαι τα τσιγάρα τους εφένουνταν χίππις. Είσιεν τζιαι σκόπριους μή Ισραηλίτες. Αιγύπτιοι ούτε για δέιγμαν. Στην περιόχη έσιει έναν τζιαι μοναδικό κάμπ που έν αφήννει Ισραηλίτες μέσα, τζιαι τζιαμέ παν οι Αιγυπτιοι. Επρόσεξα οτι παρόλην την ανοιχτοσύνην μου, ένιωθα μιαν ελαφρήν αντιπάθειαν για τους Ισραηλίτες. Εμέγαλωσα σε σπίτιν φιλοπαλαιστήνιον, σε οικογένειαν που έζησεν στες Αραπιές τζιαι με εναν τζύρην που εν τον άκουσα να πεί κατζιάν κουβένταν για Τούρκον, αλλά άμαν έπεφτεν η κουβέντα στο παλαιστηνιακόν έφκαλλεν ψατζιήν το στόμαν το για τους Εβραίους. Στο φαιν εγνωρισαμεν παρέες που το Ισραήλ. Σε ούλλες τες αποχρώσεις, γενετικά κοκτέιλ ουλλοι τους. Εχτός που το «Ισραηλίτης» είχαν πάντα τζιαι κάτι άλλον να πουν: παπάς που την Ιεμένη, μάμμα που την Πολωνία, ρίζες στο Μαρόκο τζιαι την Ρωσσία, την Τουρκία τζιαι την Αρμενία. Που τες 7 γωνιές του κόσμου. Τζιαι όμως ήταν νέοι με παρόμοιες ζωές σαν ττην δικήν μου. Το χιούμορ κατανοητον για μένα, εσκέφτηκα οτι υπάρχει κάτι σαν μεσογειακό/μεσανατολικό χιούμορ που το καταλάβουμεν ούλλοι οι γείτονες. Ηταν καλή η παρέα, οι κουβέντες ενδιαφέροντες τζιαι το κλίμαν πολλά χαλαρόν. Είσιεν όμως τζιαι καποιους που ερωτούσαν προκλητίκα «γιατί θέλεις να μάθεις αράπικα δηλαδή;;;» τζιαι εκάμναν με να νιώθω οτι ήταν καλλίτερα να κρύψω. Απέφυγα συζητήσεις πολιτικές, παρόλον που ήταν δύσκολον. Εσκέφτηκα οτι μοιάζει λλίον με την Κύπρον η φάση. Οι πολιτικές συζητήσεις εν λειπουν ποττέ. Έπιασα κουβένταν με έναν μιτσην, ακτιβιστήν, τον Άσαφ ο οποιός για μεν πάει στράτον επροσποιήθηκεν τον γκέι. Για να πείσει τον στρατόν οτι εν γκέι έπρεπε να περάσει που συνεντέυξεις με στρατιωτικούς. Με κοπέλλες στρατιωτικούς, με κοπέλλες ψυχολόγους του στρατού, τζιαι απ’ότι είπεν, θκιαλέουν τες πιο όμορφες για την συνεντευξην. Πολλοι ειρινιστές επικάλουνται την ομοφυλοφιλίαν για να μεν υπηρετήσουν, όποτε ο στρατός βάλλει πάντα γκομενάρες να τους ελεξουν, για να τους φέρει σε λλίον πιο δυσκολην θέσην ας το πούμεν. Ο Ασαφ ήταν ο μόνος που εν είσιεν πάει στρατόν. Οι άλλοι ουλλοι επήαν τζιαι μετά την θυτείαν τους εκάμαν το παραδοσιακόν ταξίδιν σε τόπους μακρινούς, για τουλάχιστον 6 μήνες. Είσιεν θκυό παρατάξεις: Τζείνους που επήαν Ινδία μετα το στρατό τζιαι τζείνους που επήαν Λατινική Αμερική. Οι της Λατινικής Αμερικής εξέραν Πορτογαλλικά ή Ισπανικά. Είπαν οτι ο στρατός εν τόσον έντονη εμπειρία, που χρειάζουνται το μεγάλον ταξίδιν μετά για να ηρεμήσουν, να μεν πελλάνουν. Εδιερωτήθηκα αν τιαι οι δικόι μας νιώθουν τον στρατόν τόσον έντονα... Εδιερωτήθηκα πως θα ήταν αν πηέννα τζιαι γω στρατόν, όπως τες κορούες στο Ισραήλ. Εδιερωτήθηκα τζιαι για τον μυστήριον αναγνώστην του απογευματος, αν είσιεν πάει στρατό, αν είσιεν πάει τζιαι τζείνος το μεγάλο ταξίδιν. Έθελα να τον ρωτήσω, ήταν όμως άφαντος.

Η πρώτη νύχτα επέρασεν  ήσυχα, αφου ο συμμαθητής είσιεν τζοιμηθέι στης Ταμάρας τζιαι είσιεν μου μείνει ή καλύφα ούλλη δική μου.

Το επόμενον πρωίν εξύπνησα που η ώρα 6. Ήταν η καλλίτερη ώρα, αφού ούλλος ο κόσμος ετζοιμάτουν, ο ήλιος μόλις εφκαιννε τζιαι εχρωμάτιζε τα βουνα της Σαουδικής Αραβίας κότζινα.

Ή καλλίτερη ώρα για βουττίν στην θάλασσαν.  Η ώρα 7 που εξύπνησεν μακκωμένος ο Χασάν τζιαι άνοιξεν το κέντρον επήα να πιώ καφέν. Έκατσα πας τα κκιλίμια της αυλής τζιαι ακουμπισα πας σ’εναν κορμόν της φοινιτζιάς να θκιεβάσω λλίον. Χαμέ έισιεν κορμούς της φοινιτζιάς πέσσοντας, ελειτουργουσαν σαν κουμπιστίρκα. Όπως έπιννα τον καφέν μου εφάνειν ο μυστήριος αναγνώστης. ‘Ηρτεν τζιαι έκατσεν στο δίπλα τραπέζιν τζιαι επαράγγειλεν καφέν. Έκαμα οτι εν τον είδα, αλλά είμαι σίουρη οτι εκοτσίνισα λλίον. Εσκέφτηκα οτι το αγχος μου μόλις τον έιδα εν παράξενον. Πρίν να τελειώσω το κοτσίνισμαν μου έιπεν μου κάτι, κάτι που εν εκατάλαβα. Είσιεν μέσα χχου τζιαι γγού – ήταν Εβραικά. Απάντησα Αγγλικά, είπα οτι εν εκαταλαβα. Απολογήθηκεν τζιαι ερώτησεν στα Αγγλικά ίντα βιβλίον θκιέβαζω, τζιαι πόθθεν έιμαι τζιαι ινταλως εβρέθηκα τζιαμέ. Επιάσαμεν κουβένταν, επροσπάθουν να μείνω άνετη αλλά για κάποιον λόγον τούτος ο μακρυμάλλης που έμοιαζεν του Χριστού ετράβαν με πολλά. Έθελα να τα μάθω ούλλα, έθελα να συνεχίσει να μιλά. Ελαλούσαν τον Οντέντ,ήταν που την Μπεερσιέβα μόλις είσιεν τελειώσει το πτυχίο του στη ψυχολογία τζιαι εδουλευκεν σε έναν ίδρυμα για «μωρά» όπως ελάλεν ο ίδιος με ειδικές ανάγκες. Επροκάλεσεν μου έναν μεγάλον «μάνα μου ρε» τζιαι εκατάλαβα οτι εμείς οι γενέτζιες εντυπωσιαζούμαστεν πολλά που κάτι τεθκια.  Ήταν της παράταξης της Λατινικής Αμερικής τζιαι έξερεν πορτογαλλικά. Εσυνειδητοποίησα οτι η Ισραηλίτικη προφόρα στα Αγγλικά εν γλυτζιά μέλιν. Όλως παραδόξως ούλλη η νύχτα που εμίλουν με τους συντοπίτες του εν το είχα προσέξει. Εμίλαν με μιαν γωνην ήρεμην, το γέλλιον του ήταν ήρεμον τζιαι που καρκιάς.
Εδιέκοψεν μας ο φίλος του που ήρτεν με μιαν πανέμορφην σσιηλλούαν να πιει καφέ. Εσυστησεν μας. Την σσιηλλούαν ελαλούσαν την Μπρουχίτα, μαγισσούλλα στα Ισπανικα. Εσκέφτηκα οτι μάλλον τζιαι ο παρέας τους ήταν της Λατινικής Αμερικής. Επρόσεξα οτι αρκεψα τζιαι ετσίμπουν με τουντον γνωστόν άγνωστον τζιαι είπα να φύω πριν να πάθω κανέναν χαττάν. Πολά παράξενον, αλλά ένιωθα εναν αγχος, ανεξήγητον. Ήταν σαννα τζιαι ήμουν μαζίν του, αλλά μόλις εχωρίσαμεν. Εσκέφτηκα οτι χάννω, οτι εν που την πυράν, εζάλισεν με ο ήλιος τζιαι εποσιερέτισα τους να πάω να βουττίσω.

 H Brujita

(συνεχίζεται)

22.1.11

Historia de un amor (ή το πώς εξέπέρασα εναν στερεότυπο τζιαι έφυα πικραμένη που την Αιγύπτον)


Ήταν ο Οκτώβρης του 2004. Ήβρεν με στο Κάιρο, να προσπάθω να αποκοδικοποιήσω με σιήλια βάσανα τα μυστήρια της αραβικής γλώσσας. Μόλις είχα πιάσει το πτύχιον μου τζιαι έπιασα ότι λεφτα είχα τζιαι επήα να μεράσω μερικούς μήνες στο Κάιρο. Ο παπάς μου, παλαίποτε λάτρης της αραβικής γλώσσας, επροσφέρθηκεν να μου πκιερώσει τα μαθήματα. Μόλις είχα τελειώσει το πτυχίο μου, τζιαι έτρωεν με ο κώλος μου να φκώ έξω που την Ευρώπη. Μετα που 100 σελίδες διπλωματικής έθελα να βρέθω κάπου «ξένα» να ανακαλυψω τζινούρκα πράματα, να θκιεβάσω βιβλία της δικής μου επιτέλους επιλογής, να φκώ που τα νερά μου τζιαι αν μου επέρναν, να με εβρώ εμέναν. Είχαν ήδη περάσει 5 μήνες στην Αίγυπτον, το καλοτζιαίριν αρκεψεν να γλυκανίσκει. Καλοτζιαίριν ναι, γιατί το φθινόπωρον εν μόνον μια λέξη σε τούντην περιοχή.

Τα καυσαέρια τζιαι οι φασάριες της πόλης των 17 εκατομυρίων είχαν με κουράσει τζιαι αποφάσισα να πάω στες παραλίες του Σινά στην Ερυθρά Θάλασσα, αφού ο τζιαίρος είσιεν δροσίσει λλίον τζιαι αντέχετουν η κάψα της ερήμου, να περάσω λλίες μέρες στην παραλία, έξω που τον πολιτισμό, χώρις ρευμα τζιαι πολυτέλειες. Ενάς συμμαθήτης που το σχολείο αραβικών ήταν ήδη τζιαμέ, σε ένα κάμπιγκ, τζιαι εκανονίσαμεν να βρέθουμεν. Στο κάμπιγκ τζέινον έιχα ξαναπάει, οπότε είχαμεν πεί να βρεθούμεν τζιαμέ τζιαι μαζίν να πάμε σε έναν άλλο κάμπιγκ, που εν το εξέραμεν, αλλά που είσιεν τάχα πολλά καλόν βυθό για σνορκλινγκ.

Η μέρα εξεκίνησεν ανάποδα. Εποτζoιμηθηκα τζιαι ήταν να χάσω το λεωφορείο. Εμπήκα σε ένα τάξι τζιαι είπα του να με πάρει στη δευτερη στάση του λεωφορείου, στην Ηλιούπολη, πέρκει το προλάβω. Ηταν η ώρα 6 το πρωίν, τζιαι ήταν ακόμα σχετική ησυχία στους δρόμους της πόλης που εν τζοιμάται ποττέ. 

Στο τσάκ επρόλαβα το λεωφορείο, έκοψα εισιτήριο τζιαι έκατσα στην προτελευταία θέση. Στην τελευτάια θέση εκάθουνταν 5 βεδουίνοι ξενυχτισμένοι, που είχαν περάσει την νύχτα στα μπουρδέλα της πόλης τζιαι πίον μεθυσμένοι ακόμα, εστρέφουνταν πίσω στο χωρκόν τους. Το ταξίδιν ήταν περίπου 7 ώρες. Οι βεδουίνοι εκαπνίζαν τζιαι επίτουσαν κωλόνιες για να μεν μυρίζει τάχα. Μετά που καμιάν ώραν επήρεν με ο ύπνος. Εξύπνήσαν με φωνές μετα που 3 ώρες. Ανοιξα τα μάθκια μου τζιαι εκατάλαβα οτι εσαλιάριζα στον ύπνο μου. Ετριψα λλίον τα μάθκια μου για να συνέλθω τζιαι είδα τους 5 βεδουίνους να με θωρούν φυρμένοι του γέλιου. Ο ένας έδειξε μου πας το κινητόν του την φωτογραφία που με εφκαλεν σαν ετζοιμουμουν, με ανοιχτόν το στόμα. Εν αντέδρασα, εν αναμένεται άλλωστε που μιαν γεναίκαν να αννοίει κουβέντες με ξένους. Έκαμεν μου εντύπωση το ότι είχαν κινητά τζιαι εδιερωτήθηκα που τα φορτίζουν μες την έρημον, αφού ζουν συνήθως σε τσιατίρκα. Εδίκλισα έξω που το παράθυρον τζιαι είδα οτι το λεωφορείον είσιεν χαλάσει. Μερικοι εκατεβήκαν τζιαι εκάμναν συνέλευσην για να σάσουν το λεωφορέιο. Μέτα που λλίον ήρτεν ενας μέσα τζιαι είπεν ότι οι άντρες πρέπει να κατεβούν για να το κουντήσουν. Τίποτε εν έγινετουν, η πυρά άρκεψεν να δυναμώννει τζιαι εκατεβήκαμεν να δούμεν νάμπον να γίνει.  Είμαστεν στην άκρη του δρόμου, στην μέσην της ερήμου. Γυρόν μας μόνον πέτρες, ασπρές σκονισμένες. Μερικοί άντρες εκατουρούσαν στην άκρη του δρόμου. Ένιωσα τζιαι γω την κύστην μου να τσιλλά, επροσπάθησα να μεν το σκεφτουμαι, γιατι εν έισιεν πουθενά να κατουρήσω. Ούτε εναν θάμνον να χωστώ, τίποτε. Εν ήμοθν η μόνη ξένη μες το λεφορέιον, αλλά οι αντρές εθωρουσαν με που πάνω ως κάτω. Εφοήθηκια λλίον τζιαι ετίλιξα το σιάλιν που εσσιέπαζεν οτι δέρμαν εφέναιτουν κάτω που την μπλούζαν μου πιο σφιχτά.

Επέρασεν καμιά ώρα τζιαι εφκήκεν το πόρισμαν οτι τε λεφορέιο εν είσιεν να ταράξει. Θκυο αγροτικά ταξί που επερνούσαν εσταμάτησαν για να κάμουν την πάζαν τους. Εκόντεψα τους για να ρώτησω τι τζιαι πώς τζιαι αν θα με πάρουν μαζίν τους. Εφοήθηκα λλίον οτι ήταν να νυχτωσει τζιαι να μείνω τζιαμέ. Οι οδηγοί εν μου εδιούσαν σημασία, ήταν σαν να τζιαι η φωνή μου εν ακούετουν. Εν το έβαλα κάτω, επροσπάθησα να ακουστώ με τα 5 μου αράπικα. Αλλά μια γεναίκα μόνη της, χωρίς αντρική συνοδέια εν πολλοακούεται. Ενα ζευγάριν περίπου 40 χρονών εκανόνισεν τιμή για να φύει με το ταξίν. Ερωτήσαν με μου που θέλω να πάω. Είπα τους οτι θέλω να πάω στην Νουέιμπα. Επιάσαν το ταξιτζήν παράμερα τζιαι έιπαν του ότι πρέπει να με πάρει μαζίν τους, «εννεν σωστόν να αφήσεις μιαν αγκναπέια, μιαν ξένην,  μόνην της με τόσους άντρες μες την έρημο, εν χαράμ, αμαρτία!». Εζήτησεν πολλά λεφτά ο ταξιτζής, τόσα εν είχα τζιαι επροσπάθησα να καταβέσω την τιμή, είπα του ότι είμαι «τάλιμπα», φοιτήτρια τζιαι εν έχω πολλά λεφτά. Ο ταξιτζής επήεν να κάμει μίλλες, αλλά το ζευκάριν έπιασεν τον στο φιλότιμο τζιαι εδέχτηκεν. Η τιμή πάλε ήταν ακριβή, ήταν να δυσκολευτω τες επόμενες μέρες, αλλα σικκιμέ, ήταν έκτακτη ανάγκη το ταξί!

Τζιαι έτσι εξεκινήσαμεν μέσα σε ένα σαράβαλλον, το ντόπιο ζευκάριν, μια γερμανίδα παράξενη τζιαι εγώ. Το ζευγάριν έιπεν μου ότι είσιεν παντρευτέι την προηγούμενη νύχτα τζιαι επήενναν στο μήνα του μέλιτος τους, 4 μέρες στο Χίλτον στη Τάμπα, σύνορα με Ισραήλ. Εφένουνταν πολλά ερωτευμένοι, αν τζιαι ήταν μεγάλοι σε ηλικία για να εν νιόπαντροι, ειδικά στην Αίγυπτο. Η κοπέλλα ήταν Παλεστήνια, ο άντρας Αιγύπτιος. Είχαν την κλασσίκην αντίδραση ενθουσιασμού μόλις ακούσαν ότι είμαι Κυπραία. Στην Μέσην Ανατολή η Κύπρος προκαλέι θετικά αισθήματα. Λλίον η γειτονία, λλίον η φιλοπαλεστηνιακή πολιτική του παρελθόντος, θωρούν μας με πολλά καλό μμάτιν.
Eρέσσαμεν σιγά σιγά μεσα που την έρημον το μόνον πράμαν που εθώρες γυρόν ήταν πέτρες τζιαι άμμος, κάπου κάπου τζιαι καμιά καμήλα. Η γερμανίδα ήταν σιωπηλή, ενοχλούσαν την οι ερωτήσεις του νιόπαντρου, για το που πάει τζιαι ινναμπο σιει μες τες πολλές τσέντες που εκουβάλαν. Στα πολλά είπεν μας οτι κουβάλα χάντρες, τζιαι οτι πάει σε εναν καταυλισμό βεδουίνων όπου οι γεναιτζιες κάμνουν της βρασιόλλια τζιαι σκουλαρίτζια τα οποία πουλά μετα στες Χριστουγεννιάτικες αγορές στην Γερμανία. Εσκέφτηκα οτι προκειται για εκμεττάλευσην, αφου τα χειροποίητα στες Χριστουγεννιάτικες αγορές εν πανάκριβα τζιαι εν έσιει τσάνς να διά στες γεναίτζιες τζείνον που αξίζει η δουλειά τους. Μετά εσκεφτηκα οτι τουλάχιστον διά τους δουλεία, τζιαι τούτον κάτι ένει, σε μια περιοχή που ζεί μόνο που ένα αμυδρό δέιγμα χτηνοτροφίας τζιαι τες φυτείες μαριχουάνας που καταστρέφουνται κάθε 2-3 μήνες που την κυβέρνησην. Μετα άνοιξεν η γλώσσα της τζιαι αρκεψεν να παραπονιέται οτι εν χάλια στο χωρκόν των βεδουίνων, οτι το φαϊν εν σκάτα τζιαι οτι εν πύρά, ότι βρίσκεις τίποτε να γοράσεις, ούτε πηλέ μου τυρίν καμονμπέρ. Εχασκιάστηκα λλίον, που εσυνάφερεν τούντο πράμαν, αφου εν κοινώς γνωστόν οτι στα χωρκά των βεδουίνων εν έσιει με ρεύμαν, με νερόν, ίνταλως καρτερά να έβρει καμονμπέρ; Στο δρόμον ήβραμεν μια καμήλα ψοφισμένην στην άκρη του δρόμου, ετρώαν την οι μούγιες. Θκυο βεδουινούθκια εβαστούσαν κάτι βέρκες τζιαι ετσιλλούσαν την, για να δουν αν ζιει; Ποιός ξέρει; Εδιερωτήθηκα πόσες μέρες ενναν τζιαμε η καμήλα ώσπου να την σηκώσουν. Πρέπει να την εχτύπησεν αυτοκίνητο. Πολλύς κόσμος επέθανεν επειδή εχτύπησεν καμήλα μες την νύχτα. Τζιαι πολλές καμήλες εννοείται. Οι δρόμοι της ερήμου εν πάντα σκοτεινοί την νύχτα, το μόνον φώς εν που το φεγγάριν τζιαι τ’ άστρα. Το να τσιλλίσεις κάττον εν ήδη επικύνδινο, σκέφτου να δώκεις πας σε μιαν καμήλαν ως τζειπάνω τζεί.

Εξαπολήσαμεν πρώτα την γερμανίδα σε έναν χωρκόν στη μέση του πουθενά, τζιαι μετά το ζευκαρούιν στο ξενοδοχέιον τους στην Τάμπα. Μόλις είδαν το ξενοδοχέιον εκάμναν σαν τα μωρά που την χαράν τους. Ευχαρίστησα τους για την βοήθεια τζιαι ευχήθηκα τους βίον ανθόσπαρτον.
Εσκέφτηκα οτι πρέπει να εν φτωχά πλάσματα. Μπόρει μεν να είχαν κλείσει δωμάτιο στο Χίλτον της Τάμπας, αλλά εν εφαινουνταν πλούσιοι. Στο κάτω κάτω επήενναν στο χάνιμουν τούς με κρατικό λεωφορέιο τταλαπάνγκα! Ενιωσα μιαν τεράστια ευγνωμοσύνη απέντανι τους τζείντην ώραν. Αν το καλοσκεφτεις εσώσαν με. Τζιαι έμεινα μόνη μου με τον ταξιτζήν, είχαμεν αλλο κανένα 40λέπτο ωσπου να φτάσουμεν στο κάμπινγκ που με επερίμενεν ο συμμαθητής. 

Μόνοι μας πκίον, άνοιξεν η γλώσσα του ταξιτζή τζιαι ελάλεν μου την ιστορία της ζωής του. Είπεν οτι τούντο τριήμερον ήταν ούλλη περιοχή γεμάτη "Εβράιους", επείδη στο Ισραήλ είσιεν τριήμερον αργίας για το „shemini azereth“, την γιορτήν της 8ης ημέρας. Το Σινά εν αυτόνομη περιοχή στην Αίγυπτον, τζιαι η μόνη περιοχή στην οποία μπορουν να μπούν Ισραηλίτες, προτιμούν την οι νέοι που τους αρέσκουν τα κάμπινγκ. Είπεν μου οτι τζείνος εν έσιει τίποτε εναντίων τους, γιατί άλλωστε, αφού φέρνουν λεφτά στην περιοχή. Επρόσθεσεν όμως οτι οι Παλεστήνιοι εν αδέρφια του, αλλά κάπως πρέπει να ζήσει, έσιει θκυο γεναίτζιες τζιαι 8 κοπελλούθκια να θρέψει, εν μπόρει να μεν πιάννει Εβραίους πελάτες.
Λλίον πριν να φτάσουμεν στον προορισμόν μας, επέράσαμεν που το κάμπιγκ του Ρας ελ Σιεϊττάν ("η κκελέ του θκιαόλου"), τζιαμέ που έθελα να πάω με τον συμμαθητή. Ερώτησα τον ταξιτζήν αν ήταν καλό το κάμπιγκ, τζιαι είπε μου ότι ήταν πίττα στον κόσμο τζιαι ελέιψαν τα τιπόζιτα οπότε, εν είσιεν νερόν, μόνον το νερόν της θάλασσας τζιαι καλλίτερα να μείνω τζιαμέ που επήεννα, αφου ήταν τέλεια δίπλα που την κκελέν του θκιαόλου, αλλά είσιεν τζιαι διάτρηση με νερό. Ωσπου να τελειώσει την κουβέντα του εφτάσαμεν στο κάμπιγκ.

(To be continued)

16.10.10

Μικροσκόπικο ταξίδι στο Βερολίνο

-         Σαν κάποιος που εχτιμά την λογοτεχνεια θέλω να θκιεβάζω βιβλία καλά ενδιαφέροντα. Τα τελευταία 2 που είχα στα σιέρκα μου εν εκαταφερα να τα τελείωσω. Το εναν ήταν τοοοοοσο μπόριγκ. Αθθυμάσαι τες πρώτες 50 σελιδες της Παναγιας της Γορόνας, ε, κάτι παρόμοιο. Γιαυτον τουντην φορά είχα μπροστα μου πολυωρο ταξίδι εργασιας με το τρένο, για βερολίνο τζιαι είπα να πάρω μαζιν μου κάτι ελαφρυ και κωμικό. Είχα στο ράφι εναν βιβλίον που μου έδωκεν η αρφή μου, που ονομάζεται Ο Ιησούς αγαπά με. Καμία σχεση με θρησκευτικό ανάγνωσμαν ντήαρ ανάγνωστερ. Προκειται για εναν ελαφρυ τζιαι κωμικό βιβλιουιν. Η Μαρί η οποιοα εν κατι σαν την Μριτζετ Τζοουνς, 35αρα τζιαι λλιον παχουλλουαν, πάντα ερωτευκεται τους λάθος αντρες. Ωσπου τζιαι μιαν ημέραν ερωτευκεται καποιον που εν πολλα διαφορετικός. Στο πρωτο ραντεβου λαλεί της οτι εν ο Ιησους Χριστός που ήρτε, για τι άλλο, για την Δευτέρα ποαρουσία. Ακολουθούν πολλα κωμικά γεγονότα, με το Τζωρτζ Κλουνι να εν ο Σατανάς, τον Ιησου να χορευκει σάλσα τζιαι τον Αρχάγγελο Γαβριήλ να εσιει κατεβει στη γη γιατι ερωτευτηκε μια μεσήλικη κυρια, την μάνα της Μαρί. Παρόλο που εν κωμικό το βιβλίο, εν ενιωσα να θιγει τα θεία.Μάλιστα επέρασαν τζιαι πολλά μυνήματα του Χριστιανισμου τζιαι έκαμεν τη θρησκεία να φένεται πολλά συμπαθής τζιαι όμορφη. Είσιεν πολλύν γέλιον τζιαι ετέλιωσα το σε 5 ώρες. Το κακόν εν ότι εν εκανησεν για ουλλον το ταξίδιν. Επέρασεν μου τζιαι το κόμπλεξ οτι εν εθκιέβασα σοβαρόν ανάγνωσμαν.

-         Οι θήκες για βιβλία εν πολλά πραχτικές. Βασίκα σπάζεις την του απέναντι σου γιατι γελάς τζιαι εν μπορεί να δει ναμπου θκιεβάζεις τζιαι τρώει τον η περιέργια. Εν τζιαι πολλα πραχτίκον για άλλον λόγον. Μιαν φοράν εθκιέβαζα εναν βιβλίον του Σάλμαν Ρουσντι, που εκυρήξαν οι μουσουλμάνοι ιερή fatwa πάνω του τζιαι προσπαθουν να τον καθαρίσουν εσιει χρόνια, να φανταστείς ήδη εκαθαρίσαν 2-3 μεταφραστές του. Απέναντι μου ήρτεν τζιαι έκατσεν ενας μουσουλμάνος, που τα ρουχα του πρέπει να ήταν να sheikh (ή εντυθηκεν απλώς Οσαμα Μπιν Λαντεν για τα καρναβάλλια ο αθρωπος, αλλα το γένιν εφένετουν πολλα αληθινον τα γέριμα!) τζιαι εφοηθηκα, γιατι είχα τον Σάλμαν στα σιέρκα μου. Τζιαμέ εχαρηκα πολλά που είχα θήκη για βιβλίο τζιαι εν εμπόρεν να δεί τι θκιεβάζω τζιαι με καταραστεί να ζαώσει το στόμαν μου ή να με λιθοβολίσει ή να μου φτυσει μες τον καφέν την ώραν που επήα να κατουρίσω.


-         Κάμποσες φορές που είχα μακρινό ταξίδι με το τρένο κάποιος αυτοκτονα τζιαι τα τρένα έχουν καθυστέρησην. Τζιαι εχτές η ίδια κουβέντα πάλε. Διερωτούμαι δηλαδή, αμμαν μου ετυχεν εμέναν ως τωρα 3-4 φορές, πόσος κόσμος αυτοκτονα τον χρόνο, τζιαι γατι θκιαλέουν να ππέσουν στες γραμμές του τρένου....


-         Επειδή προσπαθω να συνδιάσω μπίζνες γουιθ πλέζιαρ εκανόνισα να φκω το ενα και μονάδικο βράδυ που είχα, με μια φίλη στο Βερολίνο. Επήαμεν να φάμε σε εναν Αιθίοπαν. Το φάιν ήταν πολλά καλο τζιαι γευσάτον, αλλα εσυνειδητοποιησα οτι οι άσπροι άμμαν τρων με τα σιέρκα εν λλίον γελοιοι, ειδικά άμαν τα φαγια εν ζουμερά. Εν σαννα τζιαι φκαίνουν που τα νερά τους. Γρίζουνται που πάνω ως κάτω, κάμνουν το τραπέζιν γέριμον τζιαι καταλιουν 30 χαρτομάντιλα στο κάτσιμον, σε αντίθεση με Ινδους τζιαι Αφρικανούς που εν σάννα τζιαι μόνο 3 δαχτυλα ξιμαρίζουν αμαν τρωσειν. Σκεφτου ντήαρ ανάγνωστερ, εξιμάθαμεν το ποιο φυσικόν πράμαν του κόσμου. Βάλλω με τζιαι μέναν μες τους άσπρους, άλλα πίνει νερόν, καθότι ανοικω στο είδος Homo Μuzurus Cyprius.

-         To βερολίνο εν παίζεται. Εν σαννα τζιαι εσυνάχτικεν μια φάουσα δημιουργηκότητας σε μιαν πόλην. Συστήνω σου ταξίδιν ανεπιφύλακτα ντήαρ ανάγνωστερ.

8.9.10

Κάμ γουιθ μη για να τη βρείς...

Ντίαρ ανάγνωστερ αμ μπακ. Ετελειπωσαν οι διακοπές, πάππαλλα. Επερασα πολλά ωραια, έκαμα τα μπάνια μου, εττεμπέλιασα σε παραλίες μοναχικάς, έφφα τα μεζεδάκια μου τζιαι εμαύρισα(οι πως ήμουν τζιαι ποττέ άσπρη...). Ανακάλυψα τζιαι το κόλπο του ομοιόμορφου μαυρίσματος. Απλώνεις ένα σέντονον πας την παραλία τζιαι τζοιλιέσαι πάνω, ωστε να σε πιάννει πόλα σελα καλά ο ήλιος, ές οππόουζτ του ξαπλωνω μόνο Α-ανάσσιελα ή μπρουμουττα πας τα εκτρώματα που μολύνουν τες παραλίες ονόματι κρεβατάκια.
Πρέπει να σου εξομολογηθώ ντίαρ ανάγνςστερ οτι ποττέ εν ήμουν φάν της Ελλάδας. Στη μεταεφηβικήν μου ηλικίαν μάλιστα μπόρω να σου πω ότι τζιαι την εσνόμπαρα, με το επιχείρημαν οτι τάχα, σιγά την διαφοράν με την Κύπρον, καλλίτερα να πάω να δώ κάτι διαφορετικόν. Αι γουος ρόνγκ. Που τον τζιαιρόν που αγγωνίστικα τον Σιαολίν τζιαι επήαμεν θκυοτρείς φορές ενθουσιάστηκα με τα κάλλη της. Ο Σιαολίν έδειξεν μου τόπους της τησ Ελλάδας που έννεν τουριστικοι, αλλα πανέμορφοι. Τόπους που οι Ελλαδίτες έννεν ουλλοι Έλληνες. Άρεσεν μου πολλά. Επήα τζιαι σε παναυριν σε εναν χωρκόν.  Εν εχουν καζαντιν, ουτε σιαμησι. Λοκμάδες έχουν.  Εχουν πραματευτές που φωνάζουν Ένα ευρώώώώώ΄, μπιρ ευρώώώώ.
Ανάκαλυψα επίσης ότι ο Σιαολίν (ντουζ πουά για την εξαιρετική μάνα-μου-τζιαι-χαρώ-σε συμπεριφορά στες διακοπές) ξέρει να χορεύκει ποντιακά. Εννα πας πελλάνει τουντο κοπελλούιν. Αλλά παλε εν τουντα πέλλα της διασποράς.

Στα σουβλάκια εν πιάννει κανένας την Κύπρο.

Εξύπνουν τζιαι άκοθα διάφορα χτηνά. 18ούρες, πεζούνια, ζίζιρους τζιαι πετεινούς. Εν πελλάρες που λαλούν οτι οι πετεινοί κράζουν το πρώιν. Εν ουλλη η μέρα πον διούν παμόν.

Ιδου τζιαι ένα φωτορεπορτάζ

όι εννεν φώτο που φάνσι ρισόρτ. Εν των μπαλκόν των φίλων μας. They actually live there.

Έβρε το λάθος...

Έν έσιει λάθος...


Nταρι νταρι ντάααρι ντάαααααριιιι...

Mine. Mine. Mine.

Ουτε πίνακας του Λαδόμματου να ήταν...

Είναι λίιιιιγο αλανιάαααρης σαν ψαράααας και σαααααν βαρκάααρης...



Έρκεται φθινόπωρον... είπεν το τζιαι η ροθκιά. Μπόρει η ροθκιά να εσιει πολλά καλόν παμπλίσιτι τελευταίως αλλα πόσους κώλους επιπιρπισαν οι βέρκες της...

 Απογραφή: Χωριάτικη, τζατζίκι, ταραμά, κολοκούθκια τηγανιτά, καλαμάριν, σαρδέλες στα κάρβουνα, 2 μπύρες τζιαι μια σπράιτ.... 25 ευρώ!

Εμείναν τζιαι εταισαμεν τζιαι τους κάττους.

Απόν έφαεν αγκρίστειν


Εσιει τζιαι πολλήν αδικίαν στην  Ελλάδαν... Τρώει την ούλλην ο Βασίλης.


Πας τα ξυλοπόδαρα.

Ε τζιαι τον Σιαολίν. Στα αριστερά σιόρ!

Μυδοφκιορους μαρίνους

 Να μεν τα πολυλογώ, η Κρυοχώρα σήμερα εκαλοσωρισεν με με γκριζουρα, βιομηχανικό ιδύλλιο τζιαι βροχές. Ετσι για να μπώ στο θέμα γλήορα.

Χάτες, τζιαι καλό φθινόπωρο ντιαρ ανάγνωστερς. Επεθύμησα σας πάντως. Κλείω να δω αν εισαστεν φρόνιμοι που έλειπα.



23.8.10

Milano and my privates


Nτίαρ ανάγνωστερ δις ις Μιλάνο κόλιγκ! Οι εν εγινα ρεπόρτερ του τράβελ τσάνελ *κλάψ* συνεχίζω την ίδιαν σκατοδουλειά.
my privates 1:
Το ταξίδι μου εξεκίνησεν με πτήσην της Άλιτάλια, άλλως Αλ λετσάλια όπου έκοψα το κουρούιν μου όπως πάντα για να ξυπνήσω μόλις ανάψαν τα φωτεινά σήματα περ ατεριτζάρε. Ωντας κατουρημένη εσκέφτηκα να πάω άξιππα να κατουρήσω γιατι εν είσιεν να αντέξω. Πάω στην τουαλέττα άψε σβήσε τζιαι λλίον πριν να σηκώσω το παντελόνι μου αννοιει την πόρτα ο αεροσύνοδος, βάλλω εγω ούνα τσιριλλιά "Σκούζα μα ατεριτζάμο" λαλει μου τζείνος τζιαι ευτυχώς φεύκει για να μπορέσω να κουμπώσω το παντελόνι μου σαν σινιόρα. Φκένωντας είδε με εναν γελούιν πουκάτω πουκάτω ο χάχας.
Φτάνω στο ξενοδοχείο μου, ξαπολώ τη βαλίτσα τζιαι τσεκκάρω τα μαξιλάρκα. Ιαλοβάμβακας (με μπιζέλι πουκάτω). ¨Ετον πονοτζιέφαλον. Ευτυχως εισιεν πίλοου μένιου για μας που έχουμεν 86 σπονδύλους. Πάω μίτιγκ τζιαι στρέφουμε για να λουθώ να πάω σε ντίνερ ιμισιη. Περνόντας που τη ρεσεψιόν παργκέλλω ενα μαξιλάρι με πουπουλα (σε είχα πριγκιπέσα) τζιαι μπαίνω στο ντους (η μπαμπέσα).
my privates 2:
Η πόρτα του μπάνιου ανοιχτή, αφου είμαι μόνη μου, τζιαι το ντους με πορτες γυαλλενες. Μόλις εσαπούνίστηκα που πάνω ως κάτω παίζει το κουδούνι. Αηστο λαλώ,  που να φκαίνω με τες σαπουνιές, εννα ρτουν μετά. Τίποτε, ατου ο Γκαμπριέλε τιγκι τόγκο τζιαι άξιππα, ακουω να αννοιει η πόρτα! Βάλλω μια φωνη τρομοκρατημενη „νον πόσσοoooo αντεσσοοοοοοο στο νελ μπάάάάάνιο“ ( ενι μπορωωωωωω ειμαι μες το μπάαααανιοοοο). Τζιαι ακούω μια φώνη με προφορά Σικελιάνη να μου λαλεί „εφερα σας το μαξιλάρι με τα πούπούλα εννα σας το αφήκω πας το κρεβάτι“, τζιαι ποσιεπάζει μια μεσήλικη κελλούα θείας μες το μπάνιο τζιαι θώρει με, ιν μάι μπέρθντει σούτ τζιαι ρώτα „βα μπένε;»
Τι να πεις... Δέη τρούλι μέικ γιου φίλ ατ (γιορ πέρεντς) χόουμ.

Eψές ήμουν καλεσμένη σε έναν ιβέντ τζιαι είδα που μακρυά μια φαλάκρα με 5 τρίσιες βαμμέννες, περιτριγυρισμένη που 20 μπάτσους. Ήταν ο Μπερλουσκόνι. Που τα αλήθκεια! Αφου είμαι 1 τζιαι 80 εκατάφερα να δώ την φαλάκραν του. Εσκέφτηκα ότι να είχα μιαν μινατούρα της αρχιεπισκοπης είσιεν να του την σείρω του καραγκιόζη.

Εβάρεθηκα τουτα τα μπίζνες τρίπς. Εν σαν να πίεννω στα καρναβάλλια... 
4 τζιαι πόψε για διακοπές!

30.7.10

Πως την είδα...

Θα πιώ όλο το Βόσπορο που λαλεί τζιαι το τραγούδι



Ο καφενές

Παρπέρη το ξιουράφιν σου, καλά να το κονίσεις

Εσιει κουλλούούούρκααααα

τζιαι μύδια γεμιστά με ρύζι αρωματισμένο με κάρδαμο, αρτισιά τζιαι κανέλλα...
οτι τζιαι να πώ εν λλίον.

"Βάρμου τρείς κάσιες τομάτες τζιαι μιάν κολοκούθκια"

Αφιέτ ολσούν

Κειμα κεμπάμπ, πουρκουρούιν, σαλάτα τζιαι γιαουρτι. Ήταν όπως το μέλιν.

Οι, εννεν καρναβάλια, το μωρόν περιμένουν τον άλλα... σουνέττι. Εξού και η αμφίεση.
Ελυσεν τον η μίλλα μου.

Προσευχή

Ο οργανοπάιχτης

Ψάρεμα στο Γαλατά...


Στου Σουλτάν Αχμέτ επιάν μας τα νέρα, μες τον πύρουλλο


Senior jam session
Δυστυχώς εδιακόψαν μου τους...


Έτσι την είδα ντίαρ ανάγνωστερ... κείμενο γιοκ. Είπα σου γιατί.


Σημείωση: τουτον ουλλον το παναυριν που ενα τριήμερο για δουλειά... νομίζω εφάνηκεν η σκαπούλα μου...



28.7.10

The City


Κάθουμαι σεναν παράθυρον τζιαι ακούω τα πλοία που περνούν. Μυρίζει θάλασσα τζιαι υγρασίαν. Μυρωθκιά που την αντιλαμβάνουμαι μόνον την ώραν ποννα φκώ που το αεροπλάνο στη Λάρνακα. Οι γλαροι εν διουν παμόν. Αρέσκει μου να τους ακουω τζιαι να τους θωρώ τζιας εν χτιτζιάρηες τζιαι λέσια.Τουτη ουλλη η θέα χαντακώννει με. Ποτιλισσεται η θάλασσα πουκάτω μου τζιαι στο βάθος μιλιουνια τα φωτούθκια της Πόλης. Τζιαι εναν τεράστιον φεγγάριν πουπανοθκιόν της.
Βαστά με μια ενέργεια τζιαι ένας ενθουσιασμός. Θέλω πολλά να γράψω τι σκέφτουμαι τζιαι τι νιώθω. Αλλά τουντο μπλόγκ εννεν πολιτικόν. Τζιαι αν τα γράψω εννα γίνει, με το ζόριν. Επειδή αν ιγράψω εννα γράψω για την Πόλη.

Να σας δανείσω τα μμάθκια μου για πόψε, τζιαι να κρύψω.

Αν τα θωρείτε ζοφφά εννεν η φωτογραφική που φταίει... Τζιαι γω έτσι τα θωρώ. Ακόμα να εστιάσω, να καταλάβω καλά καλά που είμαι. Ούλλον κάτι μου ζωφφώνει την θέαν.


6.7.10

Yes country for old men - scouting Moscow


Ντίαρ ανάγνωστερ, ήταν να σε αφήκω παραπονημένο;;;
Ιδου το κάστιγκ.
Οι φώτος επαρθήκαν μέσα σε 5 λεπτά μάιντ γιου, που ηταν οδρόμος μου που το μίτιγκ στο ξενοδοχείο. Δήλαδη σκέφτου κοντενσιτι οφ γκομενεφεκτ ιν ρασσια!
Βουαλά οι Ρωσσίδες! Εν ήταν οι πιο ωραίες που ειδα. Ηταν η μόνες που εκατάφερα να φωτογραφίσω.

 










Δαμε νομίζω επιάν μας.... Αλωπως θέλει να γράψει στο μπλογκ της για τες κουλλούφες τησ Μοσχας...




Τη νύχτα σαν επιέννα να φάω αι γουιτνεστ ενα ιμηφωτογραφο με ένα ημιμοντέλο να καμνουν ένα ήμιφωτοσιουτιγκ


Τζιαι μέτα πάλε επιάν μας... τζιαμε επαρέτησα...