Σαν επαρπατουν
σκοτεινά, έδωκα μες την λάνταν
Εβούττησα τζιαι
εσιειλαρώθηκα, γιατί εν έπκιαα πάνταν
Δικλώ χαμέ τζιαι
τι να δω; Βορβόπηλα, τζιαι ζόλον
Είσιεν σκατά
τζιαι τσιλλαρκές, πράματα ανέξηγητα που εφκήκασιν που
κώλον
Εφεξεν τσας τζ’ενόμιζα
πως είσιεν μέσα πλάσμαν
Είδα κάτι τζι’ετάρασσεν,
για δευτερολέπτου κλάσμαν!
Λαλώ τζιαι γιω
ατζάπης σου, έσιει κανένα σπουργίτι
Χωσμένον μεσα στα
σκατά; Ζιει, οξα εν μακαρίτης;
λαλείς να τον επάτησα; λαλεις εγιω να φταίω;
αγχωθηκα τζιαι άρκεψα ευτύς να μυξοκλαίω
Ελιωσε τον η μίλλα
μου, τζι’αννεν χτήνον πηλέ μου,
Είπα να κάμω το
καλόν, στ’ όνομαν σου Θεε μου
Εφκαλα που την τσένταν
μου γαγκια του χειρουργείου
Τζιαι εντζισα μέσα
στα σκατά, γιαξ, δέαξ τζιαι ίου!
Τζιαι όπως τα
ενεκάτωννα, να σώσω το σπουργίτι
Ανάμεσα στους κότσιρους,
ήβρα... ένα Χρυσαυγίτη!
Για έναν λεπτόν
εσκέφτηκα, να τον ιφκάλω εξώ
Να μέννεν μέσα
στα σκάτα, τζιαι να τον πάρω έσσω
Αλλα κάποιος με
εφώτισεν, τζιαι άλλαξα την γνώμην....
Πριν να του σιέσω
επρόλαβα...να κατεβάσω παντελόνι