Showing posts with label istories tou xwrkou. Show all posts
Showing posts with label istories tou xwrkou. Show all posts

14.4.12

Το Μεγάλον Σάββατον του 93

Το Πάσκαν ήταν πάντα ιεροτελεστία. Επροηγείτουν μεγάλη νηστεία, ούλλον το 50ήμερο, τουλάχιστον σπίτι (χεχεχεχε) αφού η Μεγαλομήτωρ είναι ως γνωστόν πολεμίστρια της ορθόδοξης ντζιχάτ. Χαρακτηριστικά αθθυμούμαι πολλές πολλές χορτόσουππες, κύριως λουβάνα, μαειρεμμένη δίχως λάδι, για τα «μώρα» εχαλάρωννεν λλίον η νηστεία, εδικαιούμασταν να βάλουμεν λάδιν πουπάνω. Συνοδεία φυσικά ελιές μαύρες τζιαι κουλλούρι, με την αρφήν μου εκάμναμεν διαγωνισμόν ποιά εννα φάει παραπάνω ελλιές μαύρες τζιαι εβάλλαμεν τες κοκκόνες σειράν πας το τραπέζιν. Εννοείται ότι την μεγάλην ευτομάδαν είχαμεν καθημερινόν εκκλησιασμόν, πολλές ημέρες τζιαι πρωίν τζιαι νύχταν. Είχαμεν τζιαι που έναν βιβλιούιν της λειτουργίας, τζείνα τα κλασσικά, που εφκένναν σε σκούρο κόκκινο, πράσινο τζιαι μπλέ.

Έναν Μεγάλον Σάββατον, πρέπει να ήταν το 93 είχασιν συναχτεί οι Θείες τζιαι η στετέ που το χωρκόν στο εργαστήριον της Μήτωρ για να ψήσουν τες φλαούνες. Ενεκατωννουμουν τζιαι εγώ μες τα πόθκια τους. ‘Ηταν μαρτύριο το ζύμωμαν της φλαούνας αφου ποττέ εν εμπορούσαμεν να τες φάμεν βραστές, επειδή ενηστευκαμεν, επρεπεν να περιμενουμεν να πασκάσουμεν πρώτα.

Σε μια φάσην επήα να κατουρήσω με συγχωρείτε, τζιαι έπαθα σιόκ!
Αίματα! Πολλά αίματα! Όσον τζιαι εσήκωσα τα βρατζιά μου, τζιαι εβούρησα να το πώ της μάμμας μου κλαμένη. Είχα μιαν υποψίαν ότι ήταν η περίοδος μου που ήρτεν αλλά πάλε, το σοκ ήταν μεγάλο.

Πιάννω την μάμμαν που τζιαι τραβώ την σε μια γωννιά τζιαι λαώ της «Μάμμα, είχα αίματα πάνω στο «βρακούιν» μου!!!» (μεν γελάς, το 93 οι 13χρονες εφορούσαν βρακούθκια, όι τάγκα, ούτε σλίπ).
Η μεγαλομήτορ βάλλει μια φωνη ενθουσιασμένην: Κόρηηηηη, ελάτεεεε τζιαι η μιτσια είδεν περίοδον!
Ήρτασιν ούλλες οι θκείαες τζιαι η γιαγιά ενθουσιασμένες τζιαι ετσιριλλούσαν, κάπου μες τον πάνικο η Μήτωρ εγύρισεν μου έναν πάτσον πας την βούκκαν «να κοτσινήσει σαν το γάιμαν», οι θκειάες εκάμναν παναύρκα τζιαι εγώ, αμάθητη των πάτσων ελούθηκα το κλάμαν το για τα καλά.
«Γιατιιιι με έδεεεεεεεεεεερεεεες;;;;;;; ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ»
Η Μεγαλομήτωρ:
«εν τζιαι έδερα σε αγάπη μου, εν έθιμον!»
Η Θκειά μου η αντρογεναίκα
«ίντα κλάιεις τωρά ρα πελλοττασία; Εν τζιαι είσια μωρόν πκιόν, έγινες γεναικα!»
Η γιαγιά μου επαρακολούθαν σχετικά ήσυχη πουκας το τσιεμπερούιν της, ήρτεν έδωκεν μου εναν φιλούιν τζιαι είπεν
«Κορούιν μου, άμμαν είδες Περίοδον Μεγάλον Σάββατον εννα κάμεις 7 χρόνια να κοινωνήσεις Ανάστασην».

Εννοούσεν ότι για τα επόμενα 7 χρόνια θα είχα περίοδο το Πάσχα. Αθθυμούμαι ότι μου έκαμεν μεγάλην εντύπωσην, αφού 7 χρόνια για μέναν ήταν αιωνιότητητα.

Το πρώτον Πάσχαν που εν είχα περίοδον, 8 χρόνια μετά, η στέτε είσιεν πκιον φύει εν εμπορεσα να της πω «Άγια, εν καλά που ελάλες»

Ήταν ποτούντα ενεξήγητα της γιαγιάς μου, όπως «άμμαν βρέσιει τζιαι το νέρον κάμνει παμπούλες μες την λάντα εννα βρέξει πολλά».

Τζιαι έτσι όπως ήμουν κλαμένη, μες τα γελλια των θκειάων αη χατ αν εππίφανι!

Δηλάδη αφου εν θα κοινωνήσω δικαιούμαι να φάω φλαούνα βραστή!


Καλό Πάσχα ανάγνωστερς!

6.9.11

καμ γουθ μι για να τη βρείς

Ντήαρ ανάγνωστερ ίντα νέα; Εισαστεν φρόνιμοι που έλειπα; Βουρω να θκιεβάσω τα νέα σας.

Έκλεισεν που λαλεις αισίως ο πρώτος γύρος διακοπών εις τας Ελλάδας, χώραν καταγωγής του αποδοιμητικού πουλλιού Σιαολίν. 17 μέρες είμασταν κάθε μέρα θάλασσαν. Την πρώτην εφτομάν εγέμωσα σπυρούθκια τζιαι τάτσες τζιαι ο Σιαολίν με την εξπερτίς μιας υπαλλήλου του μπιουτι λάιν, έστω του χόντος σέντερ, είπεν μου να παρετήσω τες αντηλιακές γιατι εν μαλακία "μετά το δέρμα ξεχνάει πως να αμύνεται στον ήλιο, κατάλαβες; άσε που δεν παράγει και λάδι (λάιν καλόν;) απο μόνο του και περιμένει να του βάλεις κρέμες!".

Εκρώστηκα του τζιαι εφήαν τα σπυρκα τζιαι οι τάτσες εκαλυφτήκαν που το σριλανκέ χρώμα παττιχάρη που έκαμεν τα δονγκια μου να ασπρισουν τρελλά. Μπλήτσινγκ τζιαι πελλάρες.

Κάθε νύχτα η μάνα του Σιαολίν εστρωννεν μας τραπέζια με ψάρκα τζιαι χταπόθκια που έφκαλλεν το άντρας της με το ψαροτούφεκκόν, τζιαι σαλάτες με χόρτα που τον κήπον τους. Ηταν μέλιν το φαϊν, αλλά όσον τζιαι να εστοτσιάζαμεν «δεν τρώτε τίποτα παιδιά μου» ήταν το αιώνιον παράπονον της. Ο Τζύρης του επίττωννεν μας κάθε νύχτα με το κρασίν του γείτονα που ήταν ενα σπιτικόν μερλό με καμπερνέτ, αλλά πολλά ελαφρύν, τζιαι ελάλεν μας τα δικά του. Επρόσεξα ότι άμμαν εμίλαν για κάτι που εθεώρεν σημαντικόν, π.χ. το παναϋριν του χωρκού του, εγύριζεν το στες καθαρεύουσες «βέεεεεεβαια, έρχονται και τραγουσταί, οργανοπαίχται...».

Η βαθκιά μας χαλάρωση εδιακόπηκεν που ενα 3ήμερο τρελλό ξεφάντωμα με αφορμή τα «γαμίσια» (εκάταλαβες εσυ, γάμος τζιαι βαφτίσια σε ένα – η Ορθοδοξία μας πάει, χάνεται, η μοιχεία καλπάζει!) καλών μας φίλων που εγίναν δίπλα που τη θάλασσαν.

Γενικά μπορώ να πώ ότι είμαι η γεννημένη χωρκάτισσα, περίεργον το πώς εβρέθηκα να ζιώ σε σε σούπερ βιομηχανική πόλη. Η ζωή στο χωρκόν εν μέλιν.

Καταρχάς για να φκάλεις τα προς το ζείν πρέπει μόνον να κάθεσαι στην βεράνταν: έρκεται ο ένας φέρνει καρπούζιν.
 Έρκεται ο άλλος φέρνει σύκα.
 Έρκεται η γειτόνισσα φέρνει πίττες.
Ερκουνται τα φαγιά τζιαι βρίσκουν σε! Τι άλλον θέλεις;

Που το μπαλκόνι που πίνεις το φραπέ σου το πρωίν ακούεις τα ευστοχα ερωτήματα των μωρών της γειτόνισσας «μαμά, ύπαρχει γάτα που κάνει ποδήλατο;» την απάντησην εν την ακούεις, γιατί η μάνα του εν μες την κουζίναν τζιαι σπάζεις να την μάθεις τζιαι έρκεται αλλό μια ερώτηση να σε πελλάνει «ύπαρχει γατα που πίνει μπύρες;». Μετά περνά η 3χρονη κόρη του άλλου γείτον, που εν σε ξέρει αλλά θέλει να μοιραστέι μαζί σου τον θρίαμβον του «εγω σήμερα κοιμήθηκα μόνηηηη μού!».

Εν τω μεταξυ το ηχιτικό σκηνικό να περιέχει 18ούρες, πατεινούς, σσιυλλούς τζιαι τον θκειόν τον Θοδωρήν που δίπλα να καθαρίζει τες ρέχχες –ελλινιστί χλέπες- του. Τούτον ούλλον διακόφκεται βέβαια που τους πλανώδιους : «Καρπούζα και πεπόοοοονιαααα», «γλυκέεεες πατάαατες» και τα λοιπά. Εχω την εντύπωσην οτι για να φκάλεις άδεια να πουλάς στα χωρκά πρέπει να κάμεις ειδικά μαθήματα φωνητικής για να πετυχαίνεις την μάγκικην φωνη Darth Vader που έχουν ούλλοι οι πλανώδιοι.

Όπως πέρσι εξιχόρτισα το χωράφιν που γλυστιρίες, μα να μεν τες τρώσειν; Βλαστούν μόνες τους τζιαι θεωρούν τες βάσανον, σαν την έρκαστην. Που ήσουν Ινβίκτους να φάμεν κουτσια;

Ο Σιαολός εμπήκεν που λαλείς μιαν φοράν με ψαροτούφεκκον, έφκαλεν 2 χταπόθκια δίχως να τα παίξει τζιαι μέτα ελευθέρωσεν τα πάλε γιατι εφανήκαν του μιτσια: «μαλακία δεν είναι τώρα να τα βγάλω; Παιδάκια είναι!». Άσε που έφκαλεν τζιαι επιστημονική – βιολογική θεωρίαν για την κοινωνική συμπεριφοράν της λαπίνας που «για να έχει πάντα 2 μεγάλες μπροστά και 2 μικρές πίσω, οικογένεια θα είναι ρε γαμώτο, κρίμα δεν είναι να τις ορφανέψω; Τις λυπάμαι!». Φυσικά οπου εχάριζεν την ζωήν ο Σιαολός εκτελούσεν ο παπάς του, ψαροτουφεκκάς που τους παλιούς, μιαν φοράν εμπήκεν τζιαι έφκαλεν 22 (καλά άκουσες) χταποθκια χτηνάτζια. Εσυνάχτήκαμεν ούλλοι να τα φατζίησουμεν στους βράχους, αλλά εγω εν εκύαρα ελύπηθηκα τα. Μετά ανταποδώσαμεν τα καρπούζια τζιαι τες πίττες στους γείτονες με χταπόθκια. Ο Παπας-Σιαολίν μάλιστα έδωκεν τζιαι 4 σε κάτι Αλβάνους χτίστες «πάρτε παιδιά να πιειτε κανα τσιπουράκι στην υγειά μας». Μετά εξαναστραφηκεν για να βεβαιωθεί «τσιπουράκι έχετε ή να φέρω;». Εννα κάμει ούλλον τον κόσμον αλκοολικόν χαρκούμαι.

Αυτά τα χάιλαιτς των διακοπών. Σε καμιά 10αρκάν ημέρες έχω τον δευτερον γύρον στα πάτρια εδάφη.

16.6.11

ξαναβρασμένο άσμα

ενεκάτωννα μες τα ποστ, τζιαι ήβρα τούντο τσιαττιστούιν, γραμμενον με λατινικούς χαρακτήρες, αλλιώς εσεμεσ-λίνγκοου, τζιαι είπα να το γράψω τζιαι με ελληνικούς, τζιαι άτε αφου το έγραψα να το αφιερωσω σ'εμας τες 30άρες της μπλογκοσφαίρας τζι'εν πειράζει αμμένεν της ώρας, τζιαι ο Ινβίκτους βάλλει ττάπερ στην καταψυξην εξάλλου!

κκουχχου κκουχχου αχέμ κκούχχου... πάμε!


Το μοιρολόιν των τριάκοντα


Ήρτεν η ώρα μου τζι’εμέν’, πο πκιαα τους τριάντα…
ήρτεν ωσάν κατραπατσιά, τζι’εδωκα μες την λάνταν

Παντες τζι’ εμπηξαν μου πατσιάν, μιάλην μες τους ύπνους
τζ’εζάλισα τζι’εθωρουν με κουέλλαν μες τους λύκους

Τζιαι, θώρε που ήμουν σίουρη, είσιεν να μείνω νέα
μα σαν ήμουν τταζέτικη εγίνηκα αρχαία

Της μάνας μου η έννοια της, πον είμαι αρμασμένη,
με κοπελλούθκια με σιυλλίν, με πάτερ με το γένιν

«εν γίνεται την κόρην μου, να ζιεις εν αμαρτίαν!
παντρευτου τον τον Σιάολον τζ’αγγόνια θέλω τρία»

Ζάβαλλι μου μανούλλα μου, θέλεις το για χαττίριν
τζιαι για να δείς τα στέφανα διας με του κάθε φτύρη

Ξέρω το θέλεις καζαντίν, καρτζιλαμάν τζιαι ρέσιν,
τζιαι να μου δήσεις κουρτελλούν κότσιηνην που την μέσην

για να’ ρτουν ούλλοι να σου πούν «μάσιαλλα την κοράσαν»
να παίζουν λαούτα τζιαι φκιολιά, να ξεκινήσει μάσα

να βάλεις πάνω γουρουνιές, φουρνίν με οφτόν του κλέφτη,
τζιαι μες τα πλάνα πο’καμες, ο λόος εν μου ππέφτει

Εμέναν πάλε άμανα, η έννοια μου εν άλλη,
πόν είμαι αλλό η μιτισά., πο’γινα η μιαλή!

Σκεφτουμαι τζιαι παραμιλώ, τον πόνον μου ποιος ξέρει
που αντάκωσεν την κάθοδον, βυζίν τζιαι κωλομέριν

που το πορνόν που νίφκουμαι, θωρέι με ρυτίδα
θωρεί με η αλούπα τζιαι γελά, κάμνω πως εν την είδα

αμμάμαναμου κατύσιη μου θα γίνω πατσιαούριν!
τζιαι για να μεν το σκεφτουμαι γυρευκω κανναούριν

Η γριά η κότα έχει το ζουμί, λαλούν εις τες Αθήνες,
ατζιαπης σου εν αλήθκεια τους, να μεν μετρώ τους μήνες;;

8.4.11

Φράουλες

Η συνάδερφος μου σήμερα έφερεν κάτι άγευστες άνοστες φράουλες. Ισπανικές, νάμπου καρτεράς. Εξίκκον σου, καλλίτερα να μεν φάεις.

Αθθυμήθηκα τες φράουλες της στετές μου της Γιαλλούρρας. Έφερνεν τες που το περβόλιν τζιαι μουσκομύριζεν το σπίτιν ούλλον. Μιτσικουρουες τζιαι ολοκότσιηνες. Έκοφκεν τες στο πέρβόλιν τζιαι έκαμνεν μου εντύπωσην που τα σιέρκα της τα κατσουνομένα, τα ξερά που το πέλιν τζιαι την τσάππαν επιάνναν τες τόσον αλαβρά, σχεδόν με δέος. Επαραντζιελλεν μου τζιαι μέναν «αλαβρά αλαβρά τες φράουλες κορούα μου, εν τζι’εν αρκιμός να λύσουν» ελάλεν μου. Εγω μιάν έβαλλαν στο καλάθιν με τα κληματόφυλλα τζιαι μιαν στο στόμα μμου.

Άμμαν είσιεν πολλές τζιαι εν εμπορούσαμεν να τες φάμεν έπεμπεν με στο μπακκάλλικον του μαχαλλά να τες πουλήσω του Πιστόλα. Πιστόλας ήταν το παρατσούκλιν του, κάποιον είσιεν πάιξει πρίν χρόνια. Ποττε εν του το ελαλούσαν μπροστά του. Εγω μωρόν ενόμιζα ήταν το όνομαν του τζιαι είπα του το θρυλικόν «Κύριε Πιστόλα έστειλεν με η γιαγιά μου να φέρω φράουλες», κάτι που επροκάλεσεν πολλύν γέλλιον στο μαχαλλάν, τζιαι πολλοί γέροι εθθυμούνταν το πολλύν τζιαιρόν.

Πας την βεράνταν της στετές μου, πουκάς το κλήμαν με το βέρικον η είσιεν σείραν τους τενεκκέες του λαθκιού φυτεμένους. Βασιλιτζιάν, θκυοσμην, γιασεμίν τούρτζικόν τζιαι φράουλες. Σαν η στετε έσπαζεν κουτσιά, για εξούβλαν αθάσια πας την βεράνταν η δουλειά μου ήταν να τσιεκκάρω ποια φραουλούα εψήθηκεν για να την βάλω βούκκον.

«Άδε άγια, ίντα μεγάλη τούτη!» ελάλουν της.
«Εν σαν έσεναν κορούα μου» απάνταν «γλυτζιά μέλιν! Άτε βούρα φερτο βιβλίον σου να μου θκιεβάσεις».
Επήεννα βουρητή να το φέρω.

Άντι να μου θκιεβάζει τζείνη, εθκιέβαζα της έγω. Το έναν καλοτζιαίριν την Ιωαννάν της Λωρένης, το άλλον τους Άθλιους, τζιαι πάει λέγοντας.

«Ζάβαλλι μου κορούα μου, τζ’ αν με έπεμπεν η μακαρισμένη η μάνα μου σκολέιον να μάθω γράμματα είσιεν να τα θκιεβάζω ούλλα τούτα ως το νύχούιν, ούλλα, ως τζιαι το πκιο μιτσήν γραμματούιν είσιεν να το θκιεβάζω!»

«Άγια, να σε μάθω έγω!»

Εγέλαν.

«Τωρά πκιόν κορούα μου, έγιω εξόβλησα, άτε θκιάβασε να δούμεν ναμπο’ γινεν η Ιωάννα».

24.3.11

To soundtrack του πρώτου χρόνου

Ένα που τα αγαπημένα μου συγκροτήματα της Κρυοχώρας επανέρχεται! Το σινγκολ που εκυκλοφόρησε πιλέ εν καλόν, εν επέλλανα, αλλά εθθυμήθηκα το αγαπήμενο μου τραγούδι που εκυκλοφόρησεν τον πρώτο χρόνο που ήμουν Κρυοχώρα, 17 χρονών, αφκαρτη, (ενώ τώρα είμαι φκαρμένη) με το γούοκ μαν (ναι μισιαρέ, με κασέτταν) να ακούω τούντο τραγούδιν. Κάθε μέρα ήταν περιπέτεια, ένιωθα πολλά κούλ που ήμουν μόνη μου, που εκυκλοφορούσα με τα μετρό, που ήμουν τάχα μεγάλη! Κανένας εν μου ελάλεν ίντα ώραν να πάω σπίτι, κανένας εν μου απαγόρευεν να φκώ εξω. Ήμουν σαν το μωρόν που ήταν μαθημένον να του διούν μιαν μιαν τες κουφέττες τζιαι άξιππα εβρέθηκεν με μιαν κάσιαν…

Το σάουνττρακ της ξενιθκιάς είσιεν τζιαι άλλα πάνω, Goo Goo Dolls, Smashing Pumpkins, Radiohead, Ματψηβοχ 20, Bush τζιαι φυσικά Offspring… Όποτε τα ακούω νιώθω 17 χρονών παλέ.


Guano apes - open your eyes von piRjtull

21.3.11

Μα εγώ εν για μπάμιες που ήρτα!

Θυμάσαι ντήαρ ανάγνωστερ το μπέιμπισιαουαρ της έγκυου μας; Ηταν να γεννησει 26 του μηνός. Την Πεμπτη λοιπόν, επήα μετα την δουλεια να την δω, τζιαι να της κάμω μπάμιες, που της αρέσκουν πολλά τζιαι εν τες βρίσκει.



Το χρονοδιάγραμμαν ήταν κάπως έτσι:

06:40 άφιξη ποστμπάμπυλον, χαιρετούρες με την πεθέραν της εγγυου που ήταν παρούσα

07:00 άφιξη 2 φίλων, μιάς με βρέφος, τζιαι μιας εγκυου. (απογραφή: 2 έγκυες, 2 μάνες τχιαι ερμ… εγώ)

07:00 – 08:20 πώση τσιαγιού με βότανα τζιαι μονόλογος της νεαρής μητέρας με πληροφορίες στο θέμαν της μητρότητας. Αλλεργίες, θηλασμός κλπ. Yawn-yawn βαρετίξ. Περνούμε σε χόρρορ στόρις γέννας shock-shock ξεροκαταπίξ για να καταλήξουμεν σε –μεν το χάσεις- μετατροπή του πλακούντα σε γκλομπουλις (ομοιοπαθητικό φάρμακο σε μπιλιούες) WHAT? Στέλνεις ημίσιη τον πλακούντα σου σε ένα φαρμακέιο τζιαι μετατρέπει τον σε φάρμακα που μπορείς να τα δωκεις του μωρού σου άμμαν εν άρρωστον. Πλήροφορία με αυξημένον παράγονταν Ι.Τ.Ε (ιντα τζιαιρούς εφτάσαμεν).

08:20 αποχώρηση ποστμπάμπυλον εις κουζίναν για μαείρεμαν μπαμιών.

09:30 έτοιμες οι μπάμιες. Η έγκυος σπιτονοικοκυρά λαλεί μας να κάτσουμεν τζιαι ξεκίνα το σερβίρισμαν στέκοντας.

09:32 εσερβιριστήκαν 4 πιάτα

09:33 σερβίρισμαν του τελευταίου πιάτου

09:33:26 ΣΠΑΣΙΜΟΝ ΝΕΡΩΝ έγκυου. Άννοιμα στόματος ποστμπάμπυλον τζιαι έκφραση WTF! Τες 26 εννα γεννησεις μαν, χαλοόυ;!

Η έγκυος: - ου γαμώτο, εσπάσαν τα νερά μου! Δηλαδή τωρά εννα γεννησω;

Έντερ η σούπερμάνα με τον πλακούνταν:

- Ναι!

Η έγκυος – φτού! Τζιαι εν επρολαβα να φάω!

Αρπασσει το πιάτον με τες μπάμιες (τα νερά ακόμα τρέχουν) τζιαι αρκεφκει να προτσιάζει μπάμιες με μανία.



Ακολουθήσαν 5 λεπτά πανικού τζιαι νευρικό χαχάνισμαν εκ μέρους μου. «πούντην βαλίτσα μου;» δώσμου μιαν φόρμαν να αλλάξω», «πουντα χαρκία σου;»

Εγω να φαντάζουμαι σκήνες τύπου την πεθθεράν της να σύρνει ούλλα τα πιάτα χαμέ τζιαι να βάλλει την έγκυον πας το τραπέζιν τζιαι να φωνάζει με την φωνήν της Ειρήνης Παππα: φέρτε μου ττόρους! Βάρτε νερό να βράσει!



09:36 Τηλεφώνημα στον πατέρα: «Ξεκίνα να’ρτεις γεννάτε!» (δουλευκει 300χμ μακρυά) Αναχώρηση έγκυου τζιαι συνοπαρτζιάς για το νοσοκομείο.

09:41 Άφιξη στο νοσοκομείο, γενικό τσέκ απ. Οι πόνοι άφαντοι.



10:10 Περπάτημα πάνω κάτω πάνω κάτω για να έρτουν οι πόνοι. Οι ασθενείς τζοιμούνται, γιουαρς τρουλη με τα ρούχα της δουλειάς ινκλουντιγκ τακουνάκι. Για να μεν ξυπνήσω ούλλους τους άρρωστους με το ττίκκι ττόκκο του τακκουνιού έφκαλα τα παπουτσια τζιαι εσάρισα ούλλον το νοσοκομείο με τες κλατσες μου –ευτυχώς εν είχαν τρύπαν, δατ γουαζ ε φέρστ.

Η έγκυος τόσον κούλ, τόσον άνετη, παντές τζιαι εν τω 8ο μωρόν που ήταν να γεννήσει.

11:00 Πάνω κάτω. Πάνω κάτω. Οι πόνοι εμφανίζουνται, κάθε 10 λεπτά.

11:40 Άφιξη πατέρα, ο οποίος έπρεπε να περάσει που σπιτιν να φέρει το κούτιν των φακών τηε εγκυου, τζιαι αντί να κοπεί να έρτει εσφογγάρισεν τα νερά, τζιαι εγυρευκεν τες μπάμιες για να φάει, τες οποιες εν ήβρεν, αφου τες εβάλαμεν άρων άρων πας το μπαλκόνι (άλλως κρυοχωρίτικο ψυγείο). Νομίζω εν που το άγχος του που έκαμνεν δουλειές ‘ασχετες.

12:05 δυνατοί πόνοι, η έγκυος τζιαι ο πατέρας μπαίνουν στο μαιευτήριο

02:00 ακόμα τίποτε. Η πεθέρα τζιαι εγώ πάμε σπίτιν της έγγκυου να ππέσουμεν.

03:30 έρκεται ο πατέρας να τζοιμηθεί, το μωρόν εν θα έρτει πόψε.

05:20 Τηλεφώνημα που το νοσοκομείο Ε-Ε-Ερχεται!

07:30 ακόμα τίποτε

07:40 πρωινό με την πεθθεράν της (τι σου είναι οι μάνες α! ως τζιαι φρουτοσαλάταν έκαμεν μου)

08:00 – 09:00 διαδρομή για την δουλειά

09:00 μπαίνω στο γραφείο, άυπνη, άνυφτη, με ούλλες τες ξιμαρισιές του νοσοκομείου στες κλάτσες μου

09:05 καφέ, χασκιασμα στην οθόνη

10:00 καφέ χασκιασμα στην οθόνη

10:20 τηλεφώνημα ΕΓΕΝΝΗΣΕΝ!1

10:20- 12:00 κλάμαν συγκίνησης ποστμπάμπυλον

12:00 αναχώρηση που το γραφείον

12:15 – 13:00 ντους, πλύσημο δονκιών, άλλαμαν κλάτσας

13:30-14:30 τραίνο

14:45 άφιξη στο νοσοκομείο

14:45 – 15:45 κλάμαν συγκίνησης ποστμπάμπυλον ! (παρολίγον να στάξει η μύξα μου πας το νεογνό)

Μάνα τζιαι μωρόν καλά, το μωρόν πανέμορφον, με φάτσαν ήδη κοριτσίστικην τζιαι μπουκλουες!

18:30 Αναχώριση.



Ατε εξιγεννησαμεν την τζιαι τούτην.
Οι μπάμιες φέρνουν πρόωρο τοκετό, προσέχετε οι έγκυες.

17.11.09

O katourhmenos elefantas

Thymoumai enan kalotziairin pou hmoun 11 xronwn, epia sth giagia mou sthn Pitsillia, ston Ah Giannh tou Agrou an ton eshete akousta, na meinw kanena mhna. Ephenna kathe kalotziairin tz’aresken mou polla na phainw me th giagia mou sto pervolin, kavalla pas ton garon tziai na kathoumai poukas thn karythkian pas thn fakouroun pou mou evallen h giagia mou tziai na thkievazw tous 5 filous h tous mystikous 7.

O kosmos tzeipanw epotizen ta xwrafkia tou me ton paradosiakon tropon, egyrizen to neron pou th doksamenhn, to neron eftannen mes to avlatzin ws to pervolin, tziai meta epotizan me to pelin, htan dykolh douleia pou eprepe na ginei apse svhse giati en pou twte pou en eishen pollyn neron. Tziai o kathe xwrkanos eishen to gyrin tou, kanena misawro ana pervolin tziai eftoman.
Na men ta polylogw, mian hmeran eipen mou h thkia mou na paw na tzoimithw essw ths, giati eprosexen t’aggonin ths tziai eprepen na paei pou h war 4 to prwi na potisei to pervolin. Na men meinei to mwron 3 xronwn monon tou.
Ekapartiza egw oti imish hmoun megalh kopella tziai htan na prosexw to mwron.

Thn nyxta pou eppesa na tzoimhthw, eida to ekshs oneiro:
Hmoun imish sto dasos tziai eishein kati dhmosies toualettes tziai estekountan oulla ta zwa tou dasous sth seiran na pan na katourisroun. Egw estekoumoun pou pisw pou ton petino tziai mprosta pou ton aloupon tziai ekatourkoumoun para polla. Sa mia fasin erketai enas elefantas tziai kounta ton peteino na tou pkiaie th thesh
E:Elefantas PE: Peteinos P: Postbabylon
E: Tarasse re mitsi pou dame


PE: Ma afou egw hrta prwtos!


E:Tarasse na men se pathsw!

Tziame epnikse me to dikaio a!
P: Re elefanta, na statheis sth seira opws oulla ta zwa! O peteinos tziai o aloupos nomizeis en theloun na katourisoun?
Tziai opws tou ta elaloun en anteksa tziai ekatourisa panw mou. Eniwsa mia wraian vrasthn tziai amesws elaothika tziai eksipnisa.
Tziai ekatala oti ekatourisa ths theias mou mes to krevati, enw ypoteithetai hmoun h megalh pou hrta na prosexw to mwro. Elouthika to klaman tziai en hksera to kahmenon ti na kamw. Spiti mou potte em ekatouroun ta evlohmena! O elefantas ftaiei!
Aksippa akousa oti anoiksen h porta, hrten h theia mou pou to pervolin! Ene eksananiwsa toson megalhn antrophn sth zwh mou! Twra ti tha ths pw?
Efya vourhth pou thn pisw portan me tes katourhmenes tes pyziames ksypolhth tziai epia sthn giagia mou (ston dipla dromon) na ths klaftw gia ton xattan pou epatha.
H giagia mou elouthiken tziai tzeini to klaman molis me eiden, pou to gelion vevaia.

Tziai h theia mou to idio. Htan h teleftaia fora pou ekatourisa “mes ta rouxa”. Eutyxws.